ΑΠΟΨΕΙΣ

Η στρατηγική νίκη του Μητσοτάκη

Στόχος της στρατηγικής του κ. Τσίπρα, από την ημέρα των ευρωεκλογών, ήταν να μην αποκτήσει αυτοδυναμία ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ακόμη κι αν δεν γίνονταν εκλογές τον Δεκαπενταύγουστο, ο Μητσοτάκης θα σερνόταν σε διαπραγματεύσεις, σε περίπτωση συμφωνίας ο Τσίπρας θα κατηγορούσε το ΚΙΝΑΛ για «αποστασία», παλεύοντας να αποκαταστήσει το κεφάλαιο του παλιού καλού διχασμού. Ο Μητσοτάκης θα αναγκαζόταν να κάνει εκπτώσεις στο μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, η αξιοπιστία του θα κλονιζόταν και μέσα από το χάος, όπως η «μέλαινα νυξ» του Ησιόδου, θα γεννιόταν ο νέος διχασμός. Ο Τσίπρας θα επέστρεφε από το παρελθόν του για να παίξει τον ρόλο της ζωής του, τη μετενσάρκωση του Ανδρέα Παπανδρέου. Ας μην παίζουμε με τις λέξεις. Οταν η στρατηγική σου αποτυγχάνει, η ήττα σου μπορεί να μην είναι συντριπτική, είναι όμως στρατηγική.

Είναι μια στρατηγική νίκη του Μητσοτάκη. Μέσα σε τρία χρόνια, από τη στιγμή που ανέλαβε την ηγεσία του κόμματός του, κατάφερε να δώσει πολιτική δυναμική στο ρεύμα που είχε ήδη αρχίσει να ακολουθεί τις υπόγειες διαδρομές του στην ελληνική κοινωνία. Μίλησε στο όνομα της σιωπηρής πλειοψηφίας, βουβής σχεδόν, παρά τις ταπεινώσεις της στα χρόνια της τετραετίας. Πέρα από τους αριθμούς και τα ποσοστά, το αποτέλεσμα των εκλογών έδειξε πως η ελληνική κοινωνία έχει κουραστεί από τις συγκρούσεις και τη συναισθηματική έξαρση της αμετροέπειας – ό,τι στην απλή γλώσσα αποκαλούμε λαϊκισμό. Η πολιτική μαγκιά ενισχύει την ανασφάλειά της, ο διχασμός δεν την εμπνέει πια. Η στρατηγική νίκη του Μητσοτάκη σηματοδοτεί την ανάγκη για ασφάλεια και την απόρριψη της διχαστικής νοοτροπίας, τους ψυχολογικούς πυρήνες της περίφημης «κανονικότητας». Η συντριβή της Χρυσής Αυγής είναι ένα σημαντικό βήμα για την αποκατάσταση της κανονικότητας. Είναι ευτύχημα για όλους μας ότι τον ρόλο του τρελού τον χάνει ο υπόκοσμος των νεοναζί και αναλαμβάνουν να τον παίξουν οι διάφοροι σαλοί του χωριού, Βελόπουλοι και Βαρουφάκηδες.

Η στρατηγική νίκη του Μητσοτάκη υπόσχεται να κλείσει τον κύκλο της δεκαετίας της πτώχευσης. Και κατ’ επέκταση τον κύκλο της νοοτροπίας της μεταπολίτευσης που κυριάρχησε στη διαχείριση της πανωλεθρίας. Τη νοοτροπία του διχασμού, της σύγκρουσης, της αναξιοπιστίας.

Αναξιοπιστία που δεν αντανακλάται μόνον στις σχέσεις της Ελλάδας με το διεθνές περιβάλλον της, με τους συμμάχους της, αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό. Η Ελλάδα έχασε την εμπιστοσύνη στον εαυτό της και στις δυνάμεις της. Αποδέχθηκε την ήττα της με τον θυμό του γέροντα που δεν ανέχεται τα γερατειά του. Θύμωσε, βυθίστηκε σε κατάθλιψη και περιορίστηκε στην άχαρη και ταπεινωτική πάλη για την επιβίωση. Αξίζει κάτι καλύτερο; Ιδωμεν.