ΑΠΟΨΕΙΣ

Το «παλιό» ξαναδίνει τη μάχη του

Απότοκο της κρίσης, έχει πολλές φορές σχολιαστεί, είναι η επιτάχυνση των γεγονότων και το αίσθημα της φθοράς των προσώπων. Εν ολίγοις: παλιώνουν όλοι και όλα με μεγάλη ταχύτητα. Στην πολιτική σκηνή δε, το σύμπτωμα είναι εκτεταμένο. Κάτι ή κάποιος που μέχρι πρότινος μπορούσε να θεωρηθεί παρωχημένος μεν, ενεργός δε, τώρα φαντάζει οριστικά εκτός εποχής. Σαρωτικό το ρεύμα, χωρίς να έχει το «καινούργιο» συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Δεν σημαίνει δηλαδή, υποχρεωτικά, ότι όποιος είναι εξοικειωμένος με την τεχνολογία ή ηλικιακά νέος, δηλώνεται ως παρόν και μέλλον και ο μεγαλύτερος χρεώνεται στο παρελθόν. Οι ιδεοληψίες, η αμετροέπεια, η ενισχυμένη δόση ηθικολογίας, οι απαρέγκλιτοι κανόνες «πολιτικής ορθότητας», οτιδήποτε άκαμπτο και εισαγγελικό, εμπεριέχουν ισχυρά (και πολλά) σπέρματα παρωχημένων, ξεπερασμένων, αντιλήψεων. Τα πρόσωπα που σκέφτονται, μιλούν και πράττουν αναλόγως, προκαλούν, σε μια σχετικά ευρεία γκάμα, από κατανόηση, πλήξη, θλίψη έως χλεύη.

Συμβαίνει όμως και κάτι ακόμη. Οσοι «παλιώνουν» και βγαίνουν εκτός συστήματος και μηχανισμών, αναπληρώνουν τον παραγκωνισμό με περίσσεια κακίας και μοχθηρότητας. Τα παραδείγματα πολλά και σε όλους τους τομείς και τις εκδοχές του δημόσιου βίου. Για διαφορές των δύο κόσμων «της προόδου» από τη μία και της «συντήρησης και οπισθοδρόμησης» από την άλλη, τι είναι σύγχρονο και τι όχι, είχε μιλήσει στο παρελθόν και ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ακόμα.

Στη συζήτηση στη Βουλή για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, πριν από λίγες μέρες, ως πρωθυπουργός πλέον, ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε και πάλι στο περιεχόμενο του όρου «προοδευτικός» και υπογράμμισε: «Δεν είμαστε εμείς μπροστά, κάποιοι άλλοι έμειναν πίσω και δεν το έχουν καταλάβει».

Προχθές, Παρασκευή, ο πολιτισμός είχε την τιμητική του μια και ο πρωθυπουργός επισκέφθηκε το ΥΠΠΟ και συζήτησε με την ηγεσία του.

«Ο πολιτισμός μας, κλασικός, αλλά και σύγχρονος, είναι το πρόσωπο της Ελλάδος. Και αυτά τα οποία οραματιζόμαστε για τον χώρο του πολιτισμού δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια επανάσταση», είπε. «Και τολμώ να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη για να σηματοδοτήσω το πόσο φιλόδοξα είναι τα σχέδια που έχουμε για να αναδείξουμε την κλασική μας κληρονομιά με έναν διαφορετικό τρόπο, αλλά και για να χρησιμοποιήσουμε τον σύγχρονο πολιτισμό, προβάλλοντας ένα νέο πρόσωπο της Ελλάδος στο εξωτερικό, την Ελλάδα του αύριο, την Ελλάδα της δημιουργίας, την Ελλάδα της εξωστρέφειας».

Και η Ν.Δ., όμως, όπως όλα τα κόμματα, έχει το δικό της «βαθύ κράτος», που θορυβείται και αναστατώνεται όταν αντιλαμβάνεται ότι οι πρωθυπουργικές εξαγγελίες δεν το περιλαμβάνουν. Ακόμη και στον πολιτισμό. Τότε το παρασκήνιο, γνωστό και ως «λόμπι», πιάνει δουλειά. Μάχεται να τοποθετηθούν στα Δ.Σ. (του Κέντρου Κινηματογράφου, για παράδειγμα) εκείνοι που θα προκρίνουν τα σχέδιά του (για μια ταινία, για παράδειγμα) και όχι οι άλλοι, που θα είναι επιφυλακτικοί έως και αρνητικοί. Επικαλείται γνωριμίες, σχέσεις, γλείφει αλλά και απειλεί (αναλόγως), αφήνει να εννοηθεί προς τρίτους ότι διαθέτει όλα τα χρήσιμα «κονέ» που φτάνουν έως και στον ίδιον τον πρωθυπουργό. Οι διαδικασίες αυτές, προφανώς, δεν είναι πρωτοφανέρωτες, επαναλαμβάνονται σταθερά σε κάθε αλλαγή κυβέρνησης, μαζί και οι αιφνίδιες μεταμορφώσεις ανθρώπων που κοιμούνται ΣΥΡΙΖΑ και ξυπνούν Ν.Δ. ή τούμπαλιν ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία.

Πώς όμως θα προβληθεί «η Ελλάδα του αύριο» όταν η Ελλάδα του χθες μάχεται –και κάποτε το κατορθώνει– να είναι παρούσα; Ενας τρόπος είναι να λειτουργούν οι θεσμοί, οι νόμοι, οι προκηρύξεις για τις θέσεις καλλιτεχνικών διευθυντών και όχι οι απευθείας διορισμοί από τον εκάστοτε υπουργό. Οι νόμοι είναι οι μόνοι που μπορούν να βάλουν φίλτρα στις προσωπικές συμπάθειες ή αντιπάθειες, να παγώσουν τις εμπάθειες, να ενισχύσουν την αξιοκρατία.

Αλλιώς το «βαθύ κράτος» (και του πολιτισμού) ξεθαρρεύει, παρεισφρέει, επιβάλλεται γιατί και οι ίδιοι οι φύλακες του νέου και του σύγχρονου, παραμένουν ευάλωτοι όταν δεν μπορούν να επικαλεστούν κάτι εκτός των ανθρωπίνων προτιμήσεων. Οταν τα βιογραφικά, οι γνώσεις, η επιτυχημένη προϋπηρεσία, μετρούν όσο και οι γνωριμίες και οι σκοπιμότητες. Οταν η επάρκεια κρίνεται με όρους δημοσίων σχέσεων και όχι δημοσίου συμφέροντος.