ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ροζ καραμπίνα

Αθελά της με σημάδευε. Χρειάστηκε να τη συνετίσουν οι γονείς της για να στρέψει την κάννη στο πάτωμα. Της θύμισαν ότι πρέπει πάντα να ελέγχει τη θαλάμη για κάποια ξεχασμένη σφαίρα. Το όπλο που κρατούσε στα χέρια της η Μοργκάνα μπορούσε να σκοτώσει. Μια μικρή ροζ καραμπίνα, δώρο για τα έβδομα γενέθλιά της.

Πριν από εννέα χρόνια είχα βρεθεί στο σπίτι της οικογένειάς της σε ένα προάστιο του Ντιτρόιτ για να καταγράψω σε ρεπορτάζ τη δράση της πολιτοφυλακής Southeast Michigan Volunteer Militia. Ο πατέρας της ήταν επικεφαλής μιας παραστρατιωτικού τύπου ομάδας, η οποία αριθμούσε περίπου 100 πάνοπλα μέλη. Στο σπίτι του τα τρία από τα οκτώ παιδιά του είχαν δικά τους όπλα. Παρότι φυλούσαν σε ντουλάπες και συρτάρια συνολικά 24 καραμπίνες, ο ίδιος υποστήριζε ότι δεν είναι φανατικός των όπλων. Θεωρούσε, όπως έλεγε, ότι με αυτό τον τρόπο υπερασπιζόταν το σύνταγμα της χώρας του.

Σε μία από τις εκπαιδευτικές εξορμήσεις τους τα μέλη της πολιτοφυλακής φορούσαν στρατιωτικές στολές παραλλαγής και επιδείκνυαν με ζήλο τον οπλισμό τους. Ενας εξ αυτών, που έμεινε με το ανεκπλήρωτο όνειρο να γίνει αστυνομικός λόγω προβλημάτων υγείας, αράδιασε σε ένα τραπέζι ό,τι κουβαλούσε πάνω του: πιστόλι εννέα χιλιοστών, τέσσερις γεμιστήρες για ΑΚ-47, κράνος κέβλαρ, μάσκα αερίων, μαχαίρι, ασυρμάτους που έπιαναν τις αστυνομικές συχνότητες.

Δεν εξήγησε σε τι θα μπορούσαν να του χρησιμεύσουν όλα αυτά. Δίπλα του άλλοι ομοϊδεάτες του δοκίμαζαν σε ένα σκοπευτήριο τα ημιαυτόματά τους. Ενας μικρός στρατός σε κοινή θέα, χωρίς έλεγχο, χωρίς λογοδοσία, με βαρύ οπλισμό τον οποίο είχαν αγοράσει σχεδόν με την ίδια ευκολία που κάποιος παίρνει τσιγάρα.

Τρεις άνθρωποι που είχαν περάσει από την ίδια εκπαίδευση συνελήφθησαν εκείνο τον καιρό ως μέλη της πολιτοφυλακής Hutaree. Σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές σχεδίαζαν να δολοφονήσουν έναν αστυνομικό και να παγιδεύσουν την κηδεία του με εκρηκτικά για να σκοτώσουν συναδέλφους του. Δύο χρόνια αργότερα, δικαστής στο Μίσιγκαν έκρινε ότι ήταν αθώοι για αυτές τις κατηγορίες. Τα μέλη της οργάνωσης δεν έκρυβαν, πάντως, τη σχέση τους με την αμερικανική ακροδεξιά. Αποκαλούσαν μάλιστα τους εαυτούς τους «Πολεμιστές του Χριστιανισμού».

Εκατοντάδες παρόμοιες εξτρεμιστικές ομάδες, δέσμιες θεωριών συνωμοσίας, φοβούμενες κάποια αόρατη απειλή, ή ορισμένες με ξεκάθαρη ρατσιστική και ακροδεξιά ατζέντα λειτουργούσαν διάσπαρτες στη χώρα.

Ακόμη και τώρα, έπειτα από τις δύο πρόσφατες πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις στο Τέξας και στο Οχάιο και τόσα άλλα περιστατικά στα χρόνια που μεσολάβησαν, το ζήτημα του περιορισμού της οπλοκατοχής δεν φαίνεται να αντιμετωπίζεται στις ΗΠΑ με την πολιτική αποφασιστικότητα που αρμόζει. Παρά τα θύματα και τις ολοένα και πιο έντονες φωνές για αλλαγή, γενιές Αμερικανών συνεχίζουν να μεγαλώνουν με το δάχτυλο στη σκανδάλη.