ΑΠΟΨΕΙΣ

Ας ήταν πέντε στίχοι του Ελύτη

Αν είχαν διαβάσει έστω πέντε στίχους του Ελύτη από το «Αξιον Εστί» ή το «Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», δεν θα κακοποιούσαν με τόση άνεση την ιστορική μνήμη. Αν είχαν πάρει έστω μια γεύση από το «Ασθενείς και οδοιπόροι» του Θεοτοκά ή «Το πλατύ ποτάμι» του Μπεράτη, δεν θα τους περνούσε απ’ το μυαλό να μιλήσουν για αντιφασιστικό αγώνα. Ομως ακόμη κι αν δεν έχουν δει ποτέ φωτογραφία από τους επικούς πίνακες του Αλεξανδράκη, γιατί δεν κάνουν τον κόπο να ψάξουν στα τραγούδια της Βέμπο τη λέξη «φασισμός». Τον Ντούτσε και τον Τσιάνο κοροϊδεύουν. Θα μου πείτε, τι αξίζει η ιστορική πραγματικότητα μπροστά στην ιδεολογία. Διότι είναι τοις πάσι γνωστόν ότι οι γυναίκες της Πίνδου το βράδυ γύρω από τη φωτιά μες στα χιόνια διάβαζαν Γκράμσι για να εμψυχώσει η μία την άλλη. Κατανοητή η προσπάθειά τους να ενώσουν το αλβανικό έπος με την ΕΠΟΝ και το ΕΑΜ. Δεν θα είχαν τι να πουν για την 28η Οκτωβρίου. Τότε ο «πατερούλης» ήταν σύμμαχος με τον Χίτλερ. Ομως το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον αριστερό δόλο, που δεν τηρεί ούτε τα προσχήματα. Το πρόβλημα είναι ευρύτερο, βαθύτερο, πλατύτερο, και φτάνει ώς τον αθωότερο μαθητή που παρέλασε προχθές, αυτόν που, ακόμη κι αν έχει στη διάθεσή του τις ιστορικές πληροφορίες, δεν έχει τα εργαλεία για να συλλάβει το αίσθημα που θα του επιτρέψει να αποτιμήσει την αξία του γεγονότος.

Το αίσθημα αυτό πνίγεται κάπου ανάμεσα στη στερεότυπη φλυαρία «που δεν εμπνέει», όπως θα ’λεγε κι ο Εγγονόπουλος, και στις αδέξιες μοντερνιές στις οποίες καταφεύγουν όσοι προσπαθούν να γλιτώσουν από τα στερεότυπα. Το αίσθημα αυτό διασώζει ο Ελύτης στο «Αξιον Εστί» και ο Μπεράτης στο «Πλατύ ποτάμι», ακόμη και ο Εγγονόπουλος στον «Μπολιβάρ» με την ιδιοφυΐα του. Ομως η σημερινή εκπαίδευση το λογοκρίνει. Κάτι τέτοιες στιγμές φαίνεται πόσο μας λείπει η ανθρωπιστική παιδεία, κυρίως δε το βασικό της κύτταρο, η λογοτεχνική παιδεία. Αυτή που θεωρείται περιττή, άχρηστη, χάσιμο χρόνου σ’ έναν κόσμο που απαιτεί καλά πληροφορημένους διαχειριστές. Το αποτέλεσμα είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού: μια δημόσια ζωή που κινείται κάπου ανάμεσα στον ξύλινο λόγο και στα γαβγίσματα. Ενας ξύλινος λόγος που περνάει από γενιά σε γενιά και αναπροσαρμόζεται, δεν παύει όμως να είναι στο έλεος των «τροπαιούχων του άδειου λόγου», που γράφει κι ο Σεφέρης.

Μια κοινωνία που δεν μπορεί να εκφραστεί ακόμη και για τα στοιχειώδη, όπως είναι η επέτειος του «Οχι», είναι μια κοινωνία που έχει χάσει το αίσθημα της κοινότητας. Μια κοινωνία που έχει χάσει το έρμα της, κοινώς ανερμάτιστη. Μια κοινωνία που τσακώνεται για το ποιος θα δει τον «Τζόκερ», ποιος θα είναι σημαιοφόρος στις παρελάσεις και ποιοι ομογενείς θα ψηφίζουν.