ΑΠΟΨΕΙΣ

Η επιλογή Προέδρου της Δημοκρατίας

Τα ονόματα που έχουν ακουστεί, πολλά. Μεταξύ αυτών, των πρώην πρωθυπουργών Κώστα Καραμανλή, Αντώνη Σαμαρά και Παναγιώτη Πικραμμένου, αλλά και του τέως προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελου Βενιζέλου.

Στο προσκήνιο βρίσκεται και η επιλογή προσώπου από την «άλλη πλευρά», ακολουθώντας την παράδοση που δημιουργήθηκε τα τελευταία 25 χρόνια με τις επιλογές του Κωστή Στεφανόπουλου από τον Ανδρέα Παπανδρέου, του Κάρολου Παπούλια από τον Κώστα Καραμανλή και του Προκόπη Παυλόπουλου από τον Αλέξη Τσίπρα. Από τα σενάρια δεν αποκλείεται, φυσικά, και αυτό της επανεκλογής του νυν προέδρου.

Ταυτόχρονα υπάρχει και η συζήτηση για την επιλογή γυναίκας. Ιδιαίτερα μετά τον σχηματισμό κυβέρνησης τον περασμένο Ιούλιο με τη συμμετοχή μόλις πέντε γυναικών, και εξ αυτών μόνο δύο ως υπουργών. Στο πλαίσιο αυτό έχουν και πάλι ακουστεί πολλές πιθανές υποψήφιες, όπως η πρώην υπουργός Μαριέττα Γιαννάκου, οι πρώην επίτροποι Αννα Διαμαντοπούλου και Μαρία Δαμανάκη, αλλά και προσωπικότητες εκτός πολιτικής, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτή της προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Κατερίνας Σακελλαροπούλου.

Φυσικά, υπάρχουν και πολλά άλλα ονόματα και σκέψεις.

Κατά την πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για την αναθεώρηση του Συντάγματος και αναφερόμενος στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε ένα στίγμα των προθέσεών του τονίζοντας ότι το πρόσωπο που θα προτείνει για τη θέση του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα θα σηματοδοτεί τη συναίνεση.

Η δήλωση δεν ξεκαθαρίζει απαραίτητα το τοπίο, καθώς η συγκεκριμένη αναφορά θα μπορούσε να παραπέμπει σε πρόσωπο υπερκομματικό, μια προσωπικότητα της ευρύτερης Κεντροαριστεράς, αλλά ακόμη και σε ένα ιστορικό στέλεχος της Κεντροδεξιάς με ευρύτερη αποδοχή στην κοινωνία.

Το θετικό είναι φυσικά ότι θα σταματήσει η κυνική εκμετάλλευση της προεδρικής εκλογής για την πρόωρη προσφυγή σε εθνικές εκλογές για καθαρά κομματικό όφελος, κάτι που έχει συμβεί στις δύο τελευταίες εκλογές, από τον Γιώργο Παπανδρέου το 2010 και τον Αλέξη Τσίπρα το 2015, με αρνητικές συνέπειες για τη χώρα.

Ωστόσο, είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι, ενώ τα τρία μεγαλύτερα κόμματα συμφώνησαν στο μείζον, την ανάγκη δηλαδή εξόδου από αυτή την κατάχρηση των συνταγματικών προβλέψεων, απέτυχαν να πετύχουν την αναγκαία σύγκλιση στο έλασσον, τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η Ν.Δ. πρότεινε για την εκλογή Προέδρου, και τελικά ψήφισε, τη διεξαγωγή πέντε ψηφοφοριών, με τις ακόλουθες κατά σειρά πλειοψηφίες: 200, 200, 180, 151, σχετική πλειοψηφία.

Στη Βουλή ο κ. Μητσοτάκης έσπευσε να υπογραμμίσει ότι «ο τρόπος που προτείνουμε για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας δεν αναιρεί την πολιτική ευθύνη τής εκάστοτε πλειοψηφίας για πρόταση προσώπου με ευρύτερη συναίνεση».

Σε κάθε περίπτωση, ο πρωθυπουργός είναι αυτός που καλείται να αποφασίσει. Να ζυγίσει όλα τα δεδομένα και να επιλέξει με γνώμονα ένα πράγμα: το καλό της χώρας. Ακούγεται κοινότοπο, για κάποιους ίσως και αφελές, αλλά αυτό θα πρέπει να είναι το κριτήριο σε μια τόσο σημαντική και καθοριστική για τον τόπο επιλογή.

Οχι τι μπορεί να εξυπηρετεί τον ίδιο ή το κόμμα του. Αλλά, απλά και καθαρά, τι είναι το σωστό για τη χώρα. Είναι μια επιλογή που μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του πολιτεύματος. Μια επιλογή που θα ακολουθεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη και μετά την ολοκλήρωση της πρωθυπουργίας του, όποτε και αν έρθει αυτή.

Οποιο πρόσωπο και αν επιλέξει, είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν επικρίσεις. Αλλά δεν μπορεί να είναι αυτό το κριτήριο.

Ο πρωθυπουργός πιστώνεται τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις πρόσφατες εκλογές με απρόσμενα μεγάλο ποσοστό, που του έδωσε τη δυνατότητα σχηματισμού μονοκομματικής κυβέρνησης χωρίς άλλου είδους υπολογισμούς, συμβιβασμούς ή υποσχέσεις.

Αυτό τον απελευθερώνει από οποιαδήποτε «δέσμευση». Καλείται να σκεφθεί τα πρόσωπα, τις γνώσεις, τις ικανότητες, το ήθος, τον συμβολισμό και πάνω από όλα το συμφέρον του τόπου, και να αποφασίσει.

Η επιλογή που θα κάνει –όταν τα Χριστούγεννα θα «ξεκλέψει ένα διήμερο» να πάει στο βουνό, εκεί όπου παίρνει τις σημαντικές αποφάσεις– θα φέρει την προσωπική του σφραγίδα.