ΑΠΟΨΕΙΣ

Στέλιος Πέτσας: Κιτρινιές

gkat_20_1712_page_1_image_0001

Το στερεότυπο θα βόλευε. Θα βόλευε, αν και στην υπόθεση της επιδότησης των εφημερίδων ήταν ενεργός η ελληνική ιδιαιτερότητα. Θα βόλευε να είχε δράσει πάλι το ελληνικό κράτος που χαρτζιλικώνει τάχα επιχειρήσεις για να έχει την εύνοιά τους.

Δυστυχώς, το ωραίο στερεότυπο καταρρίπτεται από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Κρατικές ενισχύσεις για τον Τύπο έχουν θεσπίσει πολλές χώρες της Ε.Ε., από τη Γαλλία και τη Σουηδία μέχρι τη Δανία και τη Σλοβακία. Το έκαναν όχι επειδή έχουν πληγεί από επιδημία νεοελληνικού νταραβερίου. Αλλά επειδή αναγνωρίζουν ότι οι εφημερίδες καλούνται να επιζήσουν σε ένα περιβάλλον δεινότερο του αθέμιτου ανταγωνισμού: Το προϊόν που παράγουν –πληροφορία από επαγγελματίες που είναι, τουλάχιστον, υπόλογοι στον νόμο– διακινείται και εξαργυρώνεται από ψηφιακούς τρίτους. Οι εφημερίδες πεθαίνουν στο περίπτερο, την ώρα που η ύλη τους, υποκλεμμένη, θάλλει σε όλα τα διαδικτυακά χωράφια.

«Και γιατί να επιζήσει ένα είδος τόσο παρωχημένο;» ρωτάει η αυτοθαυμαζόμενη ως «φιλελεύθερη» κριτική. Γιατί να μην κλείσουν οι εφημερίδες; Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα πρέπει προηγουμένως να έχει φανταστεί μια φιλελεύθερη δημοκρατία χωρίς Τύπο. Μια δημοκρατία όπου, αντί του Τύπου, θα απομείνουν στη δημόσια σφαίρα μόνο τα κοινωνικά δίκτυα – ο μύλος χωρίς το νερό.

Η συζήτηση αυτή είναι ήδη ναρκοθετημένη από το παγκόσμιο αντισυστημικό μίσος κατά των μέσων ενημέρωσης· και από την ελληνική δυσπιστία για το πώς μοιράζει κάθε φορά τις επιδοτήσεις –όλες τις επιδοτήσεις– το οικείο πολιτικό σύστημα.

Εδώ η συζήτηση θα αρχίσει, υποτίθεται, τώρα. Θα αρχίσει αφότου εμφανίστηκε μια λίστα με κρατικό χρήμα που επρόκειτο να μοιραστεί αδιακρίτως, σε κανονικές εφημερίδες με δημοσιογράφους και σε κουπόνια στοιχηματισμού χωρίς εργαζομένους· σε φύλλα ιστορικά και σε όργανα κοινωνικού κανιβαλισμού, που διαπρέπουν και ως εργολάβοι εκβιασμών.

Η ημιεπίσημη απάντηση από κυβερνητικής πλευράς είναι ότι ο Στέλιος Πέτσας έκανε απλώς δεκτή την υπηρεσιακή εισήγηση της αρμόδιας διεύθυνσης Εποπτείας Μέσων Ενημέρωσης, που έκρινε αθέμιτο οποιονδήποτε αποκλεισμό. Ο υφυπουργός –που προαλειφόταν για οικονομικό χαρτοφυλάκιο και δεν είχε προηγούμενη συνάφεια με τον Τύπο– εμφανίζεται έτσι να βλέπει τους τίτλους στη λίστα και να την υπογράφει χωρίς να σηκώνει φρύδι. Χωρίς να κιτρινίζει το μάτι του.

Η εκδοχή αυτή, για ατύχημα εξ αφελείας, θα ήταν πιο πειστική αν η κυβέρνηση, διά του Πέτσα, δεν είχε προηγουμένως χαλαρώσει τα κριτήρια της επιδότησης, που κληρονόμησε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αν δεν είχε ήδη, με τη δική της κοινή υπουργική απόφαση τον περασμένο Οκτώβριο, δείξει ότι ήθελε να δώσει σε όλους, για να μη φωνάζει κανείς. Κι έτσι κατέληξε να επιδοτήσει με το δικό της πολιτικό κεφάλαιο μόνο την τυποφαγική καχυποψία.