ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευρώπη και Τουρκία: ώρα για φυγή προς τα εμπρός

Τις περισσότερες φορές, η μεγαλύτερη πρόκληση (που οδηγεί και στα μεγαλύτερα λάθη) είναι η προσπάθεια σύλληψης και προσδιορισμού του μέλλοντος με τη ματιά και την οπτική του παρόντος. Απέναντι σε μια αναδυόμενη μεσαία δύναμη όπως η Τουρκία, η Ευρώπη παραμένει εγκλωβισμένη σε εργαλεία πολιτικής που έχουν τοποθετηθεί στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας (βλ. Ελσίνκι).

Προετοιμασμένοι εδώ και χρόνια, οι ανανεωμένοι γείτονές μας, καβαλώντας το άρμα της ευνοϊκής γεωπολιτικής συγκυρίας, δείχνουν αποφασισμένοι να συναντήσουν το πεπρωμένο τους με όρους 20ού και όχι 21ου αιώνα. Εγκλωβισμένοι από το βάρος της ιστορικής τους κληρονομιάς (σύνδρομο της Λωζάννης, όχι των Σεβρών), αξιώνουν τα μέγιστα από τους σημερινούς εγγυητές της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης (βλ. Δύση). Ενώ στη Λωζάννη οι νικητές ήταν ενωμένοι, σήμερα η ξεκουρδισμένη διατλαντική κοινότητα διακρίνεται από ρήγματα, αβεβαιότητες και κενό ηγεσίας. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις υπέρμετρες φιλοδοξίες της Αγκυρας προκειμένου να αξιοποιηθεί το «παράθυρο ευκαιρίας». Οι φιλοδοξίες αυτές ευθυγραμμίζονται με τις βαθύτερες αντιλήψεις της τουρκικής κοινωνίας.

Αν η Ευρώπη επιθυμεί τη διατήρηση της θέσης της μεταξύ των κεντρικών υποκειμένων των διεθνών σχέσεων του 21ου αιώνα και να μην καταλήξει ένα περιθωριοποιημένο εσωστρεφές φρούριο, οφείλει να εκπονήσει μια ενισχυμένη και μακρόπνοη στρατηγική εταιρική σχέση ως προς την Τουρκία. Αν δεν διαθέτει γεωπολιτική φαντασία για ένα new deal Βρυξελλών – Αγκυρας, ας αρκεστεί στη γεωπολιτική αναγκαιότητα. Σφυρηλατώντας σχέσεις συνεργατικού ρεαλισμού προσαρμοσμένες στα δεδομένα που διαμορφώνει ο νέος κόσμος που αναδύεται. Οσο δεν το πράττει και επιτρέπει την ευρωτουρκική σχέση να αιωρείται σε κενά αέρος, η Τουρκία έχει κάθε λόγο να προκρίνει το ευνοϊκό για εκείνη συναλλακτικό μοντέλο à la carte διακυβερνητικών διαπραγματεύσεων με επιλεγμένα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Το μοντέλο αυτό είναι κοντόφθαλμο και μη διατηρήσιμο στον χρόνο. Διεμβολίζει τη συνοχή και την ενότητα της Ε.Ε. συντηρώντας ή και εμβαθύνοντας εθνικά ρήγματα, προσδιορίζεται από λογικές μηδενικού και όχι θετικού αθροίσματος και, τέλος, λειτουργεί υπονομευτικά τόσο έναντι του συλλογικού ευρωπαϊκού όσο και των επιμέρους εθνικών συμφερόντων δύο κρατών-μελών της Ενωσης (Ελλάδα, Κύπρος).

Κοντολογίς, η Ευρώπη για να ενεργοποιήσει μαστίγιο θα πρέπει να διαθέτει και καρότο. Με όρους και προδιαγραφές 21ου αιώνα. Αν εξακολουθεί να αισθάνεται ισχυρή έναντι της Τουρκίας, ας την απελευθερώσει από τα αναχρονιστικά δεσμά και τα ταυτοτικά σύνδρομα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ας της προσφέρει την ευκαιρία να συνδέσει το πεπρωμένο της με ρόλο και θέση στην επέκταση της περιμέτρου του ευρωπαϊκού πεδίου θεσμοποίησης, με αντάλλαγμα τη δέσμευση στις νόρμες και στους κανόνες της ενοποιητικής διαδικασίας.

Το 1995, οι κεμαλιστές αποδέχθηκαν μια ασύμμετρη και ετεροβαρή τελωνειακή ένωση με την Ε.Ε. προκειμένου να υπηρετήσουν το εθνικό συμφέρον της χώρας τους (την ευρωπαϊκή προοπτική).  Σήμερα, πέρα από μια αναθεωρημένη εμπορική συμφωνία που θα αναβαθμίσει και θα επεκτείνει την τελωνειακή ένωση, η ενεργητική στρατηγική παρέμβαση της Ευρώπης θα πρέπει να συμπεριλάβει τη σύναψη μιας προνομιακής σχέσης ενισχυμένης συνεργασίας σε τομείς όπως η μετανάστευση, η τρομοκρατία και η ενεργειακή ασφάλεια. Μια τέτοια εξέλιξη θα μεγιστοποιήσει και τις προοπτικές εμπλοκής της Ε.Ε. στην πρόληψη συγκρούσεων και στη διαχείριση κρίσεων.

Εν κατακλείδι, είναι το αναμορφωμένο ευρωτουρκικό πλαίσιο που θα επιτρέψει σε Ελλάδα και Τουρκία να κληθούν να αξιοποιήσουν και το εργαλείο της προσφυγής σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα, με το βλέμμα τους στραμμένο στο μέλλον και όχι στο παρελθόν. Αραγε θα τολμήσει η Ευρώπη τη φυγή προς τα εμπρός;

* Ο κ. Σωτήρης Σέρμπος είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.