ΑΠΟΨΕΙΣ

Σάντερλαντ έως θανάτου

Λένε κάποιοι ότι το ποδόσφαιρο είναι τέχνη. Δεν το πίστεψα ποτέ, αλλά νομίζω καταλαβαίνω τι εννοούν: μιλούν για ένα πάθος. Μέσα στον γενικό αχταρμά του Netflix, υπάρχει μια εξαιρετική σειρά ντοκιμαντέρ, δύο κύκλων: «Sunderland ’till I die», είναι ο τίτλος. Δηλαδή, Σάντερλαντ έως θανάτου. Οπου Σάντερλαντ βλέπε την εργατούπολη της βορειοανατολικής Αγγλίας, πόλη ναυπηγείων και ανθρακωρύχων, φανατικών του Brexit, αλλά και της τοπικής ομάδας: της ερυθρόλευκης (με μαύρα παντελονάκια) Σάντερλαντ – εκεί πηγαίνει και ο τίτλος του ντοκιμαντέρ.

Ομολογώ πως η αρχική περιέργεια να παρακολουθήσω κάτι τέτοιο ήταν τα τρία χρόνια που πέρασα εκεί, πριν από μια τριακονταετία, ως φοιτητής. Τότε, η Θάτσερ είχε κλείσει τα προβληματικά πλέον ναυπηγεία, που υπήρξαν πηγή οικονομικής δύναμης για την πόλη στις αρχές της δεκαετίας του ’70 (όχι τυχαία, η τοπική ομάδα πήρε το Κύπελλο Αγγλίας το 1973), και σχεδόν όλη η πόλη ζούσε με το επίδομα ανεργίας, το οποίο ξόδευε στο αλκοόλ κάθε Παρασκευή και Σάββατο μέσα σε μια φρενίτιδα απελπισίας και οργιαστικής διάθεσης.

Οταν δε η Σάντερλαντ έπαιζε στο Ρόκερ Παρκ (την παλιά της, πιο ταπεινή έδρα), από το απόγευμα του Σαββάτου η πόλη βρισκόταν επί ποδός – ειδικά όταν έπαιζε με τον «προαιώνιο εχθρό», τη γειτονική Νιούκαστλ.

Στο ντοκιμαντέρ του Netflix παρακολουθούμε δύο πρόσφατες σεζόν της ομάδας, όπου η Σάντερλαντ, παρά την εντυπωσιακή νέα έδρα (το «Στάδιο του Φωτός») και τα μεγαλεπήβολα σχέδια των διοικήσεων, πάει απ’ το κακό στο χειρότερο.

Ισως αυτό το στοιχείο να είναι που καθιστά το ντοκιμαντέρ αληθινά ενδιαφέρον: αν αντί για τη Σάντερλαντ, θέμα της σειράς ήταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ή η Λίβερπουλ ή κάποια από τις ιστορικές λονδρέζικες ομάδες, από αυτές τις αγγλικές ομάδες τέλος πάντων που κερδίζουν σχεδόν συνέχεια, ίσως η εν λόγω σειρά να μην είχε αυτόν τον ελκυστικό, δραματικό χαρακτήρα.

Εδώ όμως έχουμε ένα σύλλογο (από τους παλαιότερους και ιστορικότερους της Αγγλίας), γύρω από τον οποίο συσπειρώνεται μια ολόκληρη πόλη. Περί τους 20.000-30.000 οπαδούς κατακλύζουν το γήπεδο σχεδόν σε κάθε αγώνα, και ας χάνει η ομάδα σχεδόν συνέχεια, και ας χάνει τους καλύτερους επιθετικούς της, τους οποίους αρπάζουν οι μεγάλοι «καρχαρίες». Για τους εργάτες και τους ανέργους της πόλης, η ομάδα σημαίνει τα πάντα, φαινομενικά σε βαθμό παράλογο, ακατανόητο.

Αλλά αυτό είναι το αγγλικό ποδόσφαιρο. Και είναι αυτή η κοινωνιολογική, ανθρωπολογική διάσταση που αναδεικνύει η σειρά, σε συνδυασμό με μια αξιοζήλευτη αφηγηματική φόρμα, όπου στ’ αλήθεια ποδόσφαιρο και τέχνη συνδυάζονται: σχεδόν δεν χρειάζεται να είσαι ποδοσφαιρόφιλος για να σε συγκινήσει, καθώς τα πρόσωπα, τα άτομα και οι σχέσεις μεταξύ τους (από τους οπαδούς και τους παίκτες έως τους διοικούντες και τους απλούς εργαζομένους στον σύλλογο) κερδίζουν εις βάρος του ποδοσφαιρικού θεάματος, με την αυστηρά στενή έννοια του όρου.

Δεν υπάρχει κανένα «γκλάμορ» εδώ, υπάρχει όμως μια βαθιά αγάπη που ενώνει τους ανθρώπους. Δεν είναι λίγο.