ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Βόλφγκανγκ Σόιμπλε: Αρχές χωρίς αναπνευστήρα

prosopa-tis-evdomadas0

Ας ξαναδιαβάσουμε τι είπε ο Σόιμπλε στον Tagesspiegel – προσπαθώντας, ει δυνατόν, να ξεχάσουμε ποιος το είπε. H αρχή, λέει, ότι όλα πρέπει να υποχωρούν μπροστά στην προστασία της ζωής δεν πρέπει να ισχύει απόλυτα. Τα θεμελιώδη δικαιώματα αλληλοπεριορίζονται. Η μόνη απόλυτη αξία, κατά τον Σόιμπλε, είναι η αξία του ανθρώπου. Είναι μια αξία που δεν αποκλείει τον αναπόφευκτο θάνατό μας. Ούτε, βεβαίως, τον θάνατο του ίδιου: «Ανήκω στην ομάδα υψηλού κινδύνου. Ο φόβος μου όμως είναι περιορισμένος. Ολοι πεθαίνουμε. Νομίζω ότι οι νεότεροί μου διατρέχουν τελικά μεγαλύτερο κίνδυνο από μένα».

Ο Σόιμπλε διατυπώνει ένα ερώτημα που δεν μας είναι πια ξένο: Κι αν έχουμε κάνει λάθος; Αν τα ισοπεδωτικά μέτρα με τα οποία καταφέραμε να αναχαιτίσουμε την πανδημία αποδειχθούν πιο επιζήμια από τον ιό;

Μήπως, για να μην καεί το δάσος, κόψαμε μόνοι μας τα δέντρα;

Η απάντηση ότι θα είχαμε γίνει Ιταλία δεν αποκλείει ενδιάμεσα σενάρια. Δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να είχε αποδώσει ο υποχρεωτικός εγκλεισμός μόνο για τις ευπαθείς ομάδες – χωρίς να έχει τεθεί όλη η ζωή σε αναστολή. Μια τέτοια λύση ακούγεται θεωρητικά πιο δίκαιη. Η ισότητα, για να μιμηθούμε τον Σόιμπλε, δεν είναι δίκαιη όταν είναι απόλυτη: όταν επιβάλλει όμοια μέτρα σε ανόμοιες καταστάσεις. Απόλυτη ισότητα θα ήταν να απαγορεύσουμε τη ζάχαρη, επειδή κινδυνεύει από αυτήν η υγεία των διαβητικών.

Μήπως λοιπόν κάναμε λάθος που βάλαμε στον γύψο το 90% της κοινωνίας, για να προστατεύσουμε το 10% – τη στιγμή που αυτό το 10% θα μπορούσε να είχε προστατευθεί κι αλλιώς; Τι σημαίνει άραγε το γεγονός ότι στα νοσοκομεία φθάνουν τώρα ασθενείς παρατημένοι, που στερήθηκαν για πολύ μια αναγκαία επέμβαση; Τι σημαίνει για τα παιδιά ότι χάνουν δύο μήνες σχολείου;

Ο αντίλογος βέβαια παραμένει πειστικός. Το lockdown μάς εξασφάλισε χρόνο. Οι επιστήμονες πρόλαβαν να γνωρίσουν καλύτερα τον «εχθρό». Το χωλό σύστημα υγείας δεν κατέρρευσε από τον φόρτο.

Αν το σκεφτεί κανείς αντίστροφα, φαίνεται ότι οι σαρωτικές απαγορεύσεις δεν ήταν αναγκαίες για λόγους αρχής. Υπαγορεύτηκαν από τεχνικούς λόγους. Αν είχαμε περισσότερους αναπνευστήρες, δεν θα χρειαζόταν να περιορίσουμε καθολικά τα δικαιώματα. Οπως έγραψε ο Jens Jessen στην Zeit, καταλήγουμε έτσι να εξαρτούμε την εφαρμογή του Συντάγματος από τεχνικές προϋποθέσεις. Από το hardware.

Μέχρι σήμερα, αυτή η συζήτηση ήταν ταμπού. Από αύριο όμως τα περί δικαίου ερωτήματα θα φυτρώνουν παντού στον δρόμο μας. Στα ανοικτά σχολεία και στους ημίκλειστους ναούς. Στις αραιές, αλλά παράνομες διαδηλώσεις. Στα στενόχωρα, αλλά νόμιμα κομμωτήρια. Στις κλειστές εθνικές οδούς.

Αλέξης Τσίπρας: Ο νέος λαφαζανισμός

prosopa-tis-evdomadas1

Η Ελληνική Δημοκρατία είναι καθεστώς ολοκληρωτικό. Αυτό είπε ο πολιτικός αρχηγός που κρατούσε τα ηνία της μέχρι πριν από δέκα μήνες. Ο ίδιος αισθάνεται ότι πολιτεύεται σε ένα καθεστώς που θυμίζει την Ουγγαρία του Ορμπαν. Αισθάνεται επίσης ότι η κυβέρνηση, που μοιράζει οριζόντια επιδόματα και απαγορεύει τις απολύσεις, απεργάζεται έτσι έναν νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό.

Εντάξει. Μπορεί κανείς να προσπεράσει αυτές τις αναφορές του Αλέξη Τσίπρα σαν αντιπολιτευτικές υπερβολές, μόνιμες στο ρεπερτόριό του. Ωστόσο, μέσα στα πολιτικά συμφραζόμενα της πανδημίας, το ρεπερτόριο αυτό ηχεί αλλόκοτο. Παλαιωμένο. Βγαλμένο από το ψαλτήριο του Λαφαζάνη.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να αναγνωρίζει το περιβάλλον μέσα στο οποίο λαφαζανίζει. Παρά την πάγια αμφισβήτηση των δημοσκοπήσεων, οι συριζαίοι αναγνωρίζουν ώς έναν βαθμό την αποδοχή του Μητσοτάκη. Πιστεύουν απλώς ότι δεν θα αντέξει. Οτι είναι μια εφήμερη στοίχιση πίσω από τη σημαία, που θα σκορπίσει σύντομα, μόλις φανεί η ύφεση.

Μπορεί η εκτίμηση αυτή να επιβεβαιωθεί. Ο Τσίπρας όμως δεν είχε την υπομονή να περιμένει. Δεν συμπεριφέρεται σαν να περιμένει ξεφούσκωμα. Αντιθέτως. Συμπεριφέρεται σαν να δίνει αγώνα επιβίωσης. Προχθές, έφτασε στο σημείο να ασκήσει και επιδημιολογική αντιπολίτευση, αμφισβητώντας τις αποφάσεις της επιστημονικής επιτροπής. Είναι μια επιλογή που φαντάζει περισσότερο με απονενοημένο σαμποτάζ, παρά με αντιπολιτευτική στόχευση.

Γιατί το κάνει; Η επίπεδη εξήγηση είναι ότι περιμένει εκλογές το φθινόπωρο και θέλει να κρατήσει τις γραμμές του συσπειρωμένες. Το ερώτημα βέβαια είναι πόσους καταφέρνει να συσπειρώνει έτσι, καταφεύγοντας σε ένα εμπρηστικό ιδίωμα αναντίστοιχο με τη στιγμή.

Η δεύτερη εξήγηση, που δεν αναιρεί την πρώτη, είναι ότι δοκίμασε το άλλο κοστούμι. Δοκίμασε λίγο τη σιωπηρή συναίνεση. Δοκίμασε και την αντιπολίτευση που προσπαθούσε να εμφανιστεί προγραμματική – με τη μαξιλαρολογία. Τα προσπάθησε όλα αυτά, αλλά δεν άντεξε. Δεν τα άντεξε ούτε το κόμμα του – που ακόμη και στην κορύφωση της πανδημίας τού ζητούσε να δαγκώνει.

Η τρίτη, επικουρική, εξήγηση είναι ότι, ούτως ή άλλως, ο Τσίπρας θα επέστρεφε κάποια στιγμή σε αυτό που είναι καλός. Θα επέστρεφε στα σκληρά.

Δεν αποκλείεται να του κάνει η Ιστορία δώρο πάλι μια κρίση, διά της οποίας θα καταφέρει να επιστρέψει νταουλιστί, σαν ο μέγας σκίστης. Σήμερα όμως φαντάζει πιο πιθανό ότι η Ιστορία έχει προσπεράσει αυτά τα κόλπα. Ο ψευτοεμφύλιος έχει ήδη παιχτεί, και σαν τραγωδία και σαν φάρσα. Παίχτηκε και ξόφλησε.