ΑΠΟΨΕΙΣ

«Καφούρια»

Ενας μισόγυμνος μαύρος κειτόταν στο πάτωμα, άλλοι μαύροι αστυνομικοί τον πατούσαν κάτω. Κάποιος είχε τοποθετήσει το ένα πόδι του τραπεζιού πάνω στην κοιλιά του πεσμένου άνδρα και ακόμη ένας αστυνομικός καθόταν πάνω στο τραπέζι, για να μπήγει πιο βαθιά το πόδι στην κοιλιά του κρατουμένου που σφάδαζε.

Δεκαετία του ’60, Κονγκό. Δύο Ελληνες μετανάστες έχουν προσέλθει για υπόθεσή τους σε αστυνομικό τμήμα της Κινσάσα και πέφτουν πάνω σε αυτό το θέαμα. Ενας βαθμοφόρος τούς λέει γελώντας πως είναι κλέφτης και τον ανακρίνουν.

Ο κρατούμενος ομολόγησε και οι αστυνομικοί άρχισαν στα λόγια να μοιράζουν τα κλοπιμαία μεταξύ τους: τι θα κρατήσει ποιος κ.λπ. Ο πεσμένος άνδρας «ήταν από άλλη φυλή», την οποία οι αστυνομικοί θεωρούσαν «κατώτερη». Φεύγοντας, ο ένας Ελληνας είπε στον άλλο: «Τι περιμένεις; Καφούρια».

Μεγάλωσα με αυτή τη λέξη. Ηταν, ας πούμε, χαϊδευτικό για μένα, όντας ο μόνος στην οικογένεια που είχε γεννηθεί εκεί: «Καφουράκι». Για κάθε Αφρικανό όμως, το οικογενειακό αυτό αστείο ισοδυναμεί με βαρύτατη προσβολή.

Ολες οι οικογένειες, στη μεγάλη, τότε, ελληνική κοινότητα του Κονγκό, είχαν μαύρους υπηρέτες στα σπίτια τους και εργαζομένους στις επιχειρήσεις τους. Κάποιοι Ελληνες, σύμφωνα με τις διηγήσεις των δικών μου, τους συμπεριφέρονταν πολύ άσχημα – έφταναν μέχρι το μαστίγιο. Αλλοι τους υποδέχονταν στη δούλεψή τους με μια διάθεση (ελληνικής;) φιλοξενίας.

Υποτίθεται ότι η οικογένειά μου ανήκε στη δεύτερη κατηγορία. Η αλήθεια είναι πως όταν ξέσπασαν οι μεγάλες ταραχές το 1960, πολλά ελληνικά σπίτια γλίτωσαν το πλιάτσικο: τα προστάτεψαν οι Κονγκολέζοι εργάτες και υπηρέτες, αποτρέποντας τον οργισμένο όχλο των συμπατριωτών τους από το να εισβάλουν, επειδή «τα αφεντικά αυτά τους φέρονταν ανθρώπινα». Συχνά, οι Ελληνες έφριτταν με τον σαδισμό των Βέλγων. Ομως, κακά τα ψέματα, και για τους Ελληνες, οι Κονγκολέζοι ήταν εν πολλοίς «καφούρια».

Ο ρατσισμός είναι παράξενο πράγμα. Τις περισσότερες φορές δεν πρόκειται για κάτι συνειδητό στη σκέψη κάποιων ανθρώπων, κοινοτήτων, κοινωνιών. Συχνά είναι τρόπος ζωής, ανακλαστικό. Και το βρίσκεις παντού, οπουδήποτε. Πού τον έμαθαν τον ρατσισμό οι Ελληνες; (Ή οι ίδιοι οι Κονγκολέζοι μεταξύ τους, που θεωρούσαν πως μια –αφρικανική– φυλή είναι κατώτερη από την άλλη;) Ειδικά στην ελληνική περίπτωση, δεν έχουμε ούτε χρονικό δουλείας ούτε Αλαμπάμα ούτε Κου Κλουξ Κλαν. Κι όμως, κάτι ξέρουμε από ρατσισμό.

Η κατακλείδα είναι αυτή: πριν από μερικά χρόνια, μια κοπέλα από το Κονγκό ενοικίασε το διαμέρισμα πάνω απ’ το δικό μου, εδώ, στην Αθήνα. Είχε καλή δουλειά σε ξένη εταιρεία που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, είχε και ένα παιδάκι – από Ελληνα. Οταν μου είπε πως ήταν απ’ το Κονγκό, όλος χαρά τής είπα πως είχα γεννηθεί εκεί. Αντέδρασε με μια σιωπηρή, ανέκφραστη, παγερή αμηχανία. Ηταν σαν να μου έλεγε: «Α, ήσουν κι εσύ ένας από αυτούς εκεί πέρα». Δεν ξέρω. Ημουν;