ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανισότητες στη σκιά

Ανισότητες στη σκιά

Την άνοιξη του 2020, η συγκριτικά επιτυχημένη αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της πανδημίας στην Ελλάδα παρέχει μαθήματα για τον χειρισμό του επόμενου κύματος, ενώ οι αρνητικές επιπτώσεις στα επίπεδα ανεργίας και φτώχειας δεν έχουν ακόμα διογκωθεί. Σύμφωνα όμως με τις εκτιμήσεις του ΣΕΒ, η ανεργία συνολικά για το 2020 θα ανέλθει στο 20% (από 17% το 2019). Στο μεταξύ, στους τέσσερις πρώτους μήνες του 2020 το δημόσιο έλλειμμα είναι 1,5 δισ. ευρώ. Ισως η απότομη ύφεση της οικονομίας διαρκέσει λίγο και η ανάκαμψη να είναι εξίσου γρήγορη (οικονομικές διακυμάνσεις που απεικονίζονται με το λατινικό γράμμα V). Τότε μάλλον οι αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις δεν θα επιδεινωθούν πολύ, εφόσον βέβαια δεν οξυνθούν από το επόμενο κύμα της πανδημίας.

Τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων κατά το τελευταίο τρίμηνο ήταν αναγκαία, όπως σωστά είχε θεσπιστεί το 2017 το «Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης». Για τους θερινούς μήνες του 2020, τα νέα μέτρα αναμένεται να έχουν αποτέλεσμα ανασχετικό της ανεργίας και της φτώχειας. Σε αυτά περιλαμβάνονται η αποζημίωση ειδικού σκοπού προς τους εργαζομένους κλειστών ή πληττόμενων επιχειρήσεων, η μερική επιδότηση της αμοιβών εργαζομένων που θα υποστούν μειώσεις μισθών και η οικονομική ενίσχυση των εποχιακά απασχολουμένων και των ανέργων.

Ωστόσο, η πανδημία ανέδειξε και άλλες, λιγότερο ορατές αρνητικές επιπτώσεις. Πρόκειται για ανισότητες που παραμένουν κυρίως στη σκιά, αν και προκύπτουν από γνωστές αδυναμίες του ελληνικού προνοιακού και εκπαιδευτικού συστήματος και παραδόσεις της ελληνικής κοινωνίας. Tρία παραδείγματα αρκούν για «του λόγου το αληθές».

Πρώτον, παρά τη θέσπιση προγραμμάτων φροντίδας των ηλικιωμένων ήδη από την εποχή Σημίτη, η Ελλάδα παραμένει ανάμεσα στις χώρες-ουραγούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.), όσον αφορά τις παροχές φροντίδας και στέγασης για τους ηλικιωμένους, δηλαδή την πλέον ευάλωτη στον κορωνοϊό ομάδα του πληθυσμού. Η Ελλάδα δαπανά λιγότερο από το 0,1% του ΑΕΠ για τέτοιες υπηρεσίες, ενώ ο ελληνικός πληθυσμός γηράσκει ταχύτατα. Υπάρχουν εκκλησιαστικά γηροκομεία, αλλά λείπουν, π.χ., οι καλής ποιότητας δημόσιοι οίκοι ευγηρίας προσαρμοσμένων παροχών ανάλογα με τις ανάγκες των ηλικιωμένων. Οι εύπορες οικογένειες καταφεύγουν σε ιδιωτικές υπηρεσίες φροντίδας των ηλικιωμένων μελών τους. Οι υπόλοιπες συνήθως τις αναθέτουν στις γυναίκες του σπιτιού, αυξάνοντας προφανώς και τις ανισότητες κοινωνικού φύλου.

Επιπλέον, η κοινωνική πρόνοια σε μας, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., παρέχεται από το κράτος κυρίως σε χρήμα, όχι σε είδος. Στην Ελλάδα (και στην Κύπρο) το 80% των δημόσιων δαπανών της κοινωνικής προστασίας είναι χρηματικές μεταβιβάσεις, σε αντίθεση με το 65% του Μ.Ο. της Ε.Ε. (στοιχεία Eurostat 2017). Σε εμάς, οι παροχές σε είδος έχουν αναληφθεί, ιδίως μετά το 2010, από τα κοινωφελή ιδρύματα, τις κατασυκοφαντημένες ΜΚΟ και τα ανεπίσημα, τοπικά δίκτυα αλληλεγγύης. Αν ένα φτωχό νοικοκυριό δεν καλυφθεί από αυτό το άνισα υφασμένο δίχτυ προστασίας, δύσκολα επιβιώνει.

Δεύτερον, η πανδημία ανέδειξε ανισότητες στην εκπαίδευση. Το υπουργείο Παιδείας, μετά το κλείσιμο των σχολείων λόγω κορωνοϊού, επέδειξε γρήγορα ανακλαστικά με τη διεξαγωγή διαδικτυακών μαθημάτων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση (πληροφοριακό σύστημα «my school»). Το σύστημα είχε δυσλειτουργίες, αλλά τα κύρια εμπόδια στην εφαρμογή του ήταν εξωγενή. Αφενός προσέκρουσε στην ψηφιακή υστέρηση της χώρας. Μόλις τρία στα τέσσερα ελληνικά νοικοκυριά έχουν πρόσβαση στο Ιντερνετ. Το ποσοστό 75% φαίνεται υψηλό αλλά, με την εξαίρεση της Βουλγαρίας, είναι το χαμηλότερο μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης (στοιχεία Eurostat 2019).

Αφετέρου, ενώ στα ιδιωτικά σχολεία οργανώθηκαν τάχιστα τα διαδικτυακά μαθήματα, στα δημόσια αυτό έγινε ανάλογα με την προθυμία των προϊσταμένων των σχολικών μονάδων και των δασκάλων και καθηγητών του δημοσίου. Πολλοί με φιλότιμο συνέχισαν το εκπαιδευτικό έργο τους με «ζωντανά» διαδικτυακά μαθήματα. Κάποια δημόσια σχολεία έκαναν μαθήματα και τη Μεγάλη Εβδομάδα, άλλα όχι. Μερικοί εκπαιδευτικοί του δημοσίου περιορίστηκαν στην ασύγχρονη εκπαίδευση, ενώ άλλοι ουσιαστικά απείχαν τελείως. Τα περιθώριά τους ως προς το αν και πώς θα δίδασκαν τους μαθητές ήταν ευρύτατα. Ετσι, η παιδαγωγική ελευθερία, την οποία σωστά απολαμβάνουν οι καθηγητές και δάσκαλοι, προσαρμόστηκε στις δικές τους ανάγκες, όχι σε εκείνες των μαθητών τους. Συνοπτικά, η διαφορά των δημόσιων με τα ιδιωτικά σχολεία ήταν μεγάλη και εντάθηκαν οι ανισότητες εις βάρος των πρώτων. Παραδόξως στα δημόσια πανεπιστήμια, σε μερικά από τα οποία τα μαθήματα ματαιώνονται για «ψύλλου πήδημα», η κατάσταση ήταν καλύτερη. Παρά τις παιδαγωγικές αντιρρήσεις μερικών πανεπιστημιακών, τα μαθήματα έγιναν ψηφιακά σχεδόν χωρίς εξαιρέσεις, ενώ η «προσέλευση» φοιτητών σε αυτά συχνά ήταν υψηλότερη από ό,τι η φυσική παρουσία τους, προηγουμένως, στα αμφιθέατρα.

Τέλος, οι ανισότητες πρόσβασης στο σύστημα υγείας ήταν οι πιο ορατές από όλες. Με την αποτροπή της άμεσης προσέλευσης των συμπτωματικών ασθενών στη δευτεροβάθμια περίθαλψη (νοσοκομεία), φάνηκαν οι ανισότητες στην πρωτοβάθμια περίθαλψη. Οσοι μπορούσαν, απευθύνονταν σε ιδιώτες γιατρούς και διαγνωστικά κέντρα. Οι υπόλοιποι επιδίωκαν πρόσβαση στο «γιαπί» της δημόσιας πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Το Πρωτοβάθμιο Εθνικό Σύστημα Δημόσιας Υγείας (ΠΕΔΥ) του 2014 ανακόπηκε το 2015 και ανατράπηκε το 2017 από το αξιοπρόσεκτο, αν και πολύ φιλόδοξο, σύστημα των Τοπικών Ομάδων Υγείας (ΤΟΜΥ) του 2017. Αυτό με τη σειρά του, παρά ένα ελπιδοφόρο ξεκίνημα, άρχισε να καρκινοβατεί. Μόνο 127 ΤΟΜΥ είχαν ιδρυθεί έως τον Ιούνιο 2019, προτού «παγώσει» το εγχείρημα. Τώρα υπάρχουν σκέψεις για συνένωση όλων των πρωτοβάθμιων μονάδων (ΤΟΜΥ, Κέντρων Υγείας, κ.ά.) υπό νέο εθνικό δίκτυο και μεταβίβαση σχετικών αρμοδιοτήτων στους δήμους.

Η ανισότητα αυτή, αλλά και όσες αναφέρθηκαν παραπάνω, θα πρέπει να διερευνηθούν πριν από το επόμενο κύμα πανδημίας. Εύλογα κυβέρνηση και αντιπολίτευση διασταυρώνουν τα ξίφη τους σχετικά με την αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων της ύφεσης. Θα έπρεπε όμως να ασχοληθούν και με τις ανισότητες που παραμένουν στη σκιά.

* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.