ΑΠΟΨΕΙΣ

Δημαγωγία στη θέση της ενημέρωσης

Οι ταραχές που συγκλονίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες τον τελευταίο καιρό, μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ από αστυνομικό, κατά τη διάρκεια της βίαιης σύλληψής του για ανεξακρίβωτη αφορμή, φέρνουν στην επιφάνεια και τις πολλές όψεις του κηρυγμένου πολέμου του Ντόναλντ Τραμπ στην κοινή λογική, την εγκατάσταση ενός δικού του μηχανισμού παραγωγής «ειδήσεων» και ανάγνωσης της πραγματικότητας.

Η πολύ κακή σχέση του με τον Τύπο, με καταγεγραμμένα περιστατικά επιθετικότητας, καθιστά τους δημοσιογράφους εύκολο στόχο: «Η σωρεία επιθέσεων σε δημοσιογράφους τις τελευταίες ημέρες είναι πρωτοφανής για τα ήθη της Αμερικής – απόρροια της δημαγωγικής εχθρότητας του Τραμπ προς τον Τύπο, που φαίνεται ότι έχει “αποχαλινώσει” την αστυνομία και τους οπαδούς του. Στην αμερικανική βάση δεδομένων Press Freedom Tracker για την ελευθερία του Τύπου, έχουν καταγραφεί περισσότερες από 100 επιθέσεις τις τελευταίες τέσσερις ημέρες. Οπως σημειώνεται, αν και σε κάποια περιστατικά είναι πιθανό οι δημοσιογράφοι να δέχθηκαν την επίθεση συμπτωματικά, επειδή βρέθηκαν “στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή”, στις περισσότερες περιπτώσεις διαπιστώθηκε ότι οι ρεπόρτερ που έπεσαν θύματα επιθέσεων σκόπιμα στοχοποιήθηκαν. Τουλάχιστον 19 δημοσιογράφοι συνελήφθησαν και 36 δέχθηκαν πλαστικά πυρά από αστυνομικούς – οι μισοί από αυτούς στη Μινεσότα. Στο 80% των περιπτώσεων που καταγγέλθηκαν, οι επιθέσεις προήλθαν από ενστόλους», διαβάζουμε (lifo.gr, 2/6).

Ο,τι εκτίθεται αποτελεί και εύκολο στόχο. Και ο μάχιμος δημοσιογράφος, είτε αρθρογραφεί είτε βρίσκεται «στον δρόμο», στην εποχή της επικράτησης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, είναι ακάλυπτος. Δέχεται και ανταποδίδει πυρά, τίποτα δεν εξελίσσεται με κανόνες, οι βασικές αρχές της ενημέρωσης, αφού στραπατσαρίστηκαν πρώτα και από τους ίδιους τους επαγγελματίες, τώρα είναι στα χέρια τού οποιουδήποτε θέλει να ασκήσει επιρροή. Είτε για να επιτύχει τους σκοπούς του είτε για να κερδίσει λίγα λεπτά δημοσιότητας. Από τον ηγέτη μιας χώρας μέχρι τον κάθε χρήστη του Ιντερνετ.

Πώς η δημοσιογραφία κατέληξε να μοιάζει με εμπόλεμη ζώνη, οφείλουμε να αναρωτηθούμε, ειδικά τώρα που, μετά την πανδημία και την καραντίνα, ο κόσμος αλλάζει και πάλι. Οι επιθέσεις προς δημοσιογράφους στην Αμερική, μέσα στη γενική, μεγάλη αναταραχή, είναι η μία πλευρά ενός σύνθετου προβλήματος. Ενας επικίνδυνος, παρανοϊκός ηγέτης μιας δημοκρατικής χώρας πείθει το κοινό του ότι κρατάει ο ίδιος τα κλειδιά της αντικειμενικής ενημέρωσης και όσοι τον αντικρούουν δεν είναι μόνο δικοί του εχθροί, αλλά κυρίως δικοί τους. Οι δημοσιογράφοι είναι «εχθροί του λαού». Και μέσα σε ένα περιβάλλον στο οποίο η εικονική πραγματικότητα μπερδεύεται πολύ συχνά με την πραγματικότητα, με συνέπεια η δεύτερη να μοιάζει προέκταση της πρώτης, ο καθένας επιλέγει τον δημόσιο λόγο που τον «εξυπηρετεί». Σημαίνει τον δημόσιο λόγο που δεν τον αμφισβητεί, που κατασκευάζει υπεύθυνους και ενόχους, που προαναγγέλλει ένα εύκολο μέλλον για τους «αδικημένους», αρκεί να αρθούν κάποια εμπόδια. Η ευημερία –διακηρύσσει ο λαϊκισμός– είναι απλή υπόθεση, όσο και η αλήθεια. Κάποια κέντρα εξουσίας εμποδίζουν το «καλό σενάριο» για ίδιον όφελος.

Προφανώς και τα ΜΜΕ έχουν υποδαυλίσει τον λαϊκισμό, αναμοχλεύοντας και στηρίζοντας τα χειρότερα ένστικτα. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι ο δίαυλος για να μεταφερθεί η πληροφορία, και στη συνέχεια αναλαμβάνει το έντυπο να βοηθήσει στην κατανόησή της, στην επεξεργασία και αξιολόγηση ενός γεγονότος. «Συμβάντα» είναι και οι λέξεις και οι σκέψεις, όχι μόνον οι πράξεις.

Η υπερπληθώρα πληροφοριών και ο θόρυβος που συνεπάγεται ενδυναμώνει την καχυποψία και την καθολική αμφισβήτηση. Επιθέσεις όπως αυτές που καταγράφονται στην Αμερική επιβεβαιώνουν ότι ο ρόλος του Τύπου σε μεγάλες κρίσεις είναι να αντιστέκεται στην ισοπέδωση, να ανασυντάσσεται και να επιστρέφει δριμύτερος· δηλαδή, βαθύτερος, οξύτερος, ψυχραιμότερος, χωρίς να χρησιμοποιεί τα εμφυλιοπολεμικά και διχαστικά όπλα της άλλης πλευράς.

Η παντοδυναμία της εικόνας διαλύει τις «κραυγές» που υποδύονται την ενημέρωση. Για να αλλάξουμε τον κόσμο πρέπει να χαμηλώσουμε στροφές και ένταση. Μπορεί να αποτύχουμε. Αν δεν προσπαθήσουμε, όμως, δεν θα μάθουμε ποτέ αν αλλάζει με αυτόν τον τρόπο.