ΑΠΟΨΕΙΣ

Στηβ Βρανάκης: Γλώσσες

Στηβ Βρανάκης: Γλώσσες

«Εγώ θα τα πω στα αγγλικά». Οποιος είδε τον Στηβ Βρανάκη στην παρουσίαση της νέας καμπάνιας για τον ελληνικό τουρισμό δεν μπορεί να μην αναρωτήθηκε: Εχει άραγε ξανασυμβεί αξιωματούχος της κυβέρνησης –για την ακρίβεια «επικεφαλής Δημιουργικού», κατά τη μαγκωμένη μετάφραση του Chief Creative Officer– να μη μιλάει ελληνικά σε επίσημη εκδήλωση του ελληνικού κράτους;

Η πρωτοτυπία θα προοριζόταν μόνο για κουτσομπολιό, αν δεν συνδυαζόταν με το τοξικό σύννεφο που σηκώθηκε γύρω από το περιεχόμενο της ίδιας της καμπάνιας. Το υπόστρωμα των αντιδράσεων για τη νέα διαφημιστική προσέγγιση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος δεν είχε να κάνει ούτε μόνο με τη διαφάνεια της διαδικασίας ούτε τόσο με την αποδοτικότητά του. Δεν είχε να κάνει με το μάρκετινγκ. Πίσω από ορισμένες ενστάσεις μπορούσε να ακούσει κανείς τον απόηχο μιας προσβολής – μιας βαθύτερης ταυτοτικής ανασφάλειας. Σαν να έπρεπε το σποτ να διαθέτει «αντιπροσωπευτικότητα»· σαν να όφειλε να είναι ο καθρέφτης κάποιας εθνικής ορθότητας.

Η ίδια ταυτοτική αλλεργία, με πολύ οξύτερο τρόπο, εκδηλώνεται και έναντι των προϊόντων της Επιτροπής για το 2021. Το υποκείμενο ερώτημα –όπως λέμε το υποκείμενο νόσημα– είναι περίπου το ίδιο, είτε μιλάμε για τον τουρισμό είτε για τον εορτασμό: Ποιος νομιμοποιείται να διαμορφώνει την εικόνα της Ελλάδας; Σε ποιον πρέπει να ανήκει η διάπλαση του brand; Μπορούμε να αφήσουμε τη βιτρίνα του έθνους στην «ελίτ»; Μπορούμε να την εμπιστευθούμε σε κάποιον «ειδικό» που μιλάει τα ελληνικά σαν δεύτερη γλώσσα;

Αν αποφορτίσει κανείς το ζήτημα από τους μελοδραματισμούς, απομένει απλώς το ερώτημα για τον τρόπο διακυβέρνησης. Ο τρόπος με τον οποίο έχει συγκροτηθεί η παρούσα διακυβέρνηση, όχι μόνο ως προς την πρόσοψη, αλλά και σε ορισμένα βαριά χαρτοφυλάκια, μεταφέρει ένα σημαντικό μέρος της πολιτικής ύλης στα χέρια στελεχών που δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί.

Στον τομέα, ας πούμε, της δημόσιας υγείας ή της κατάρτισης ενός αναπτυξιακού πλάνου, επρόκειτο όντως για μεταφορά. Η στρατηγική, όμως, της διαμόρφωσης της διεθνούς εικόνας της χώρας, που έχει αναλάβει ο Βρανάκης, δεν υπήρχε ως ολιστικό εγχείρημα. Το πεδίο άνοιξε με το πρόσωπο που το ανέλαβε – και που, αφήνοντας την Google για την Αθήνα, συμβολίζει και το χιλιοτραγουδισμένο brain gain.

Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς τις κουλτούρες που συγκρούονται εδώ: από τη μια είναι η κουλτούρα που, στο όνομα της λαϊκής κυριαρχίας, θεωρεί τη διακυβέρνηση απαραβίαστο μονοπώλιο των επαγγελματιών της πολιτικής. Από την άλλη, δοκιμάζεται μια διακυβέρνηση που δεν λειτουργεί ως κλειστό σύστημα απόλυτης σοφίας· που ανοίγεται στην επιστήμη και στην αγορά· που ανοίγει τη δημόσια ζωή και σε πρόσωπα εκτός κομματικού ανταγωνισμού.

Οι διαστάσεις αυτού του μεγάλου για τα ελληνικά πολιτικά ήθη πειράματος δεν έχουν ακόμη φανεί.