ΑΠΟΨΕΙΣ

Λογοκρισία και δικαιοσύνη

Υπάρχουν δύο ταινίες που οι κινηματογραφόφιλοι θεωρούν μνημεία, αλλά που την ίδια στιγμή ντρέπονται γι’ αυτές: η μία είναι η «Γέννηση ενός έθνους»  (1915) του Ντ. Γ. Γκρίφιθ και η άλλη «Ο θρίαμβος της θέλησης» (1935) της Λένι Ρίφενσταλ.

Η πρώτη θεωρείται σταθμός στην ιστορία του σινεμά για την τεχνική της, όμως αποθεώνει την Κου Κλουξ Κλαν. Η δεύτερη είναι ένα προπαγανδιστικό ντοκιμαντέρ υπέρ του Χίτλερ, η αισθητική της οποίας σε αφήνει άφωνο.

Ερώτημα: Πώς γίνεται να «γράφεις» σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο, εκφράζοντας ό,τι πιο σκοταδιστικό γέννησε το ανθρώπινο είδος; Αλλο ερώτημα: Ενα έργο τέχνης δίχως κάποιο αξιακό πρόσημο μπορεί να σταθεί; Η προσωπική μου άποψη είναι αρνητική, αλλά η κουβέντα αυτή προφανώς και δεν εξαντλείται τόσο εύκολα. Οπωσδήποτε αυτές οι δύο ταινίες πορεύονται με μιαν αξιοσημείωτη αντοχή μέσα στον χρόνο, ωστόσο, μονάχα μέσα από την αντίφασή τους. Δίχως αυτή δεν αντέχουν σε τίποτα. Το «Οσα παίρνει ο άνεμος», συγκριτικά με αυτά τα δύο φιλμ, είναι πολύ πιο αθώο. Και όμως, το ΗΒΟ απέσυρε την ταινία προσωρινά.

Είναι παλιά ιστορία αυτή· κλασικά έργα τέχνης με τεράστιο ηθικό, αξιακό βάθος, να μετατρέπονται εκ των υστέρων σε πεδίο αναθεώρησης: π.χ., ο σεξισμός στον Σαίξπηρ, η αποικιοκρατία στον Κίπλινγκ ή και στον Τζόζεφ Κόνραντ. Η περίπτωση του Κόνραντ παρουσιάζει ενδιαφέρον: ενώ στην εποχή του υποτίθεται ότι στηλίτευσε τη γενοκτονική αποικιακή πολιτική του Βελγίου, σημαντικοί Αφρικανοί συγγραφείς, όπως ο Νιγηριανός Τσινούα Ατσέμπε, ισχυρίστηκαν πως, στο βάθος, και ο Κόνραντ επιβεβαίωνε τις προκαταλήψεις της εποχής του. Δεν βρίσκω διόλου κακό να φωτίζεται ένα κλασικό έργο τέχνης μέσα από πιο σύγχρονες προσλήψεις. Δεν είναι κακό να διακρίνεις ότι μεταφέρει υπογείως σύνδρομα και συμπλέγματα της εποχής του. Κακό είναι να το (επαν)αξιολογείς πάνω σε αυτήν τη βάση και, φυσικά, να ζητάς την απαγόρευσή του. Ετσι, είναι σαν να μεταφέρεις και εσύ παθητικά τα σύνδρομα της δικής σου εποχής.

Προφανώς και στη μετά Φλόιντ Αμερική, καθώς τα πνεύματα παραμένουν οξυμένα, το ΗΒΟ θεώρησε πως, προσωρινά, καλό θα ήταν να αποφύγει κάποια περαιτέρω όξυνση.

Ενα άλλο ζήτημα είναι πως αυτού του τύπου η ετεροχρονισμένη «απόδοση δικαιοσύνης» έχει οδηγήσει σε ένα ιδιότυπο καθεστώς φόβου μην τυχόν και στιγματιστείς ως ρατσιστής ή σεξιστής. Υπάρχει όντως ένα στοιχείο «κυνηγιού μαγισσών» στους κόλπους ενός κινήματος όπως, π.χ., του MeToo.

Δείτε, όμως, το ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ του Netflix πάνω στον βίο και στην πολιτεία του πολυεκατομμυριούχου Τζέφρι Επσταϊν: ασελγούσε σε νέα ή και ανήλικα κορίτσια, πολλά από τα οποία εκπόρνευε, και επί σειράν ετών ένα ολόκληρο σύστημα τον κάλυπτε. Ηταν η έκρηξη του MeToo που οδήγησε στην αναψηλάφηση της υπόθεσής του και σε νέα δίκη.

Ναι, η υποκρισία απέναντι σε περιπτώσεις όπως αυτή του Κέβιν Σπέισι περίσσεψε και το κυνηγητό του Γούντι Αλεν εξοργίζει. Ομως, αν δεν είχε υπάρξει το MeToo, τύποι σαν τον Επσταϊν θα δρούσαν ακόμη ανενόχλητοι.