ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελπίδες και φόβοι σε μια τουριστοεξαρτημένη χώρα

Οταν αποκαλούμε τον πολιτισμό «βαριά βιομηχανία της Ελλάδας», η περηφάνια μας είναι στο ζενίθ της. Γι’ αυτό και δεν μπαίνει κανείς στον κόπο να εξηγήσει αν ως πολιτισμό εννοεί κάτι περισσότερο από το άθροισμα των αρχαίων αγαλμάτων και των αρχαίων γραμμάτων. Αντίθετα, όταν αποκαλούμε τον τουρισμό «βαριά βιομηχανία μας», υποθέτοντας ότι τα αρχαία αγάλματα αθροίζονται τώρα με την περίφημη αιώνια νιότη του ελληνικού καλοκαιριού, αμμουδιές, ουζάκι κ.λπ., το καμάρι μας το τρώει η μελαγχολία. Ή θα ’πρεπε να το τρώει. Παρεκτός και δεν μας ενοχλεί η μετατροπή της χώρας σε απέραντο τουριστοκομείο.

Η αλήθεια είναι πως έχουμε ακούσει πολλές φορές, και από πολιτικούς, ότι το μοντέλο αυτό εξάντλησε τις δυνατότητές του. Οτι βοηθάει να βγαίνουν καλά ή καλούτσικα τα χρόνια, τουλάχιστον για τους επαγγελματίες του τουρισμού, για τις δεκαετίες όμως, για το πραγματικό μέλλον, δεν έχει τίποτε το ενθαρρυντικό να πει. Αλλωστε έχει ήδη φανεί ότι για να καταρρίπτονται αενάως τα ρεκόρ, υπάρχουν κάποια δυσάρεστα προαπαιτούμενα:

α) Η αδιαφορία για τα βαριά τραύματα στο περιβάλλον (δηλαδή στο ίδιο το εμπορεύσιμο αγαθό) που επιφέρει ο τουριστικός επεκτατισμός, η αδηφάγα «αξιοποίηση» δι’ ομπρελών και ξαπλωστρών και του τελευταίου μικρού νησιού που φημιζόταν για τη γαλήνη του. β) Η ανοχή απέναντι στον λούμπεν τουρισμό που εξαθλιώνει τμήματα της Κρήτης, της Ρόδου, της Κέρκυρας και της Ζακύνθου. γ) Τα στραβά μάτια για τα δικαιώματα των εργαζομένων, τις «μερίδες ξου» και τη φορολογική «ευελιξία» όσων εκμεταλλεύονται περιστασιακά τα διαμερίσματά τους διά της πλατφόρμας Airbnb.

Φέτος τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά και κάθε συζήτηση για την ανάγκη απεξάρτησης από τον τουρισμό κινδυνεύει να κατακριθεί σαν μη πατριωτική. Η πανδημία ανέτρεψε κάθε σχέδιο. Ανέβαλε «για του χρόνου» κάθε ατομικό ή οικογενειακό όνειρο. Με τα σύνορα ν’ ανοίγουν δειλά μόλις τώρα, και με αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να συνιστούν τον εσωτερικό τουρισμό στους πολίτες τους, είναι σαφές ότι βρισκόμαστε στην εποχή των ισχνών αγελάδων. Ποιος ο κίνδυνος; Να επιχειρήσουμε αγχωμένοι να τις παχύνουμε εφαρμόζοντας τη μέθοδο «στραβά μάτια» και σε άλλα πεδία, πρωτίστως δε στην τήρηση των υγειονομικών πρωτοκόλλων σε αεροδρόμια, ξενοδοχεία, εστιατόρια, μπαρ κ.α. Ετσι κι αλλιώς, το ρίσκο είναι πολύ μεγάλο. Αν λοιπόν αφεθεί να επικρατήσει ο εθελότυφλος καιροσκοπισμός μήπως και τα κουτσοβολέψουμε, η ζημιά θα είναι τεράστια. Και διαρκείας.