ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αντιπολίτευση που χρειαζόμαστε

Η αντιπολίτευση που χρειαζόμαστε

Ο φίλος, σκεπτόμενος και λογικός άνθρωπος, είχε όρεξη για σοβαρή κουβέντα. Ψηφίζει κόμμα της αντιπολίτευσης και μάλλον δεν συμπαθεί ιδιαίτερα τη σημερινή κυβέρνηση. Η ερώτησή του ήταν καίρια: «Φαντάσου», είπε, «ότι αναλαμβάνω την αρχηγία στο κόμμα μου. Τι θα έπρεπε να κάνω για να κερδίσω τις εκλογές;». «Ωραία ερώτηση», του απάντησα, «ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα ένα ένα, ξεκινώντας από τη θεωρία, μετά πάμε στην πράξη και, τέλος, να δούμε ποια θα μπορούσαν να είναι τα πιθανά αποτελέσματα». Η συνομιλία μας εξελίχθηκε κάπως έτσι:

Θεωρητικά, η αντιπολίτευση έχει σήμερα τρεις τρόπους επιστροφής στην εξουσία.

Ο πρώτος προϋποθέτει την πλήρη κατάρρευση της κυβέρνησης από εξωγενείς αιτίες. Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι ένα νέο κύμα της πανδημίας προκαλεί τον θάνατο δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων με αποτέλεσμα την κρίση αξιοπιστίας της κυβέρνησης και την προκήρυξη νέων εκλογών, τις οποίες κερδίζει η αντιπολίτευση. Ή ότι, για κάποιον απρόβλεπτο λόγο, ξεσπά ένα κύμα βίαιων ταραχών που η κυβέρνηση αδυνατεί να καταστείλει κι έτσι πέφτει.

Ο δεύτερος θεωρητικός τρόπος που θα μπορούσε ίσως να ανοίξει για την αντιπολίτευση τον δρόμο προς την εξουσία είναι μέσω μιας εκλογικής νίκης με βάση τη λαϊκιστική συνταγή του παρελθόντος. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η αντιπολίτευση θα έπρεπε να ακολουθήσει στρατηγική ακραίας (ρητορικής και πολιτικής) πόλωσης με σκοπό να διαιρέσει ξανά την κοινωνία, όπως συνέβη στο πρόσφατο παρελθόν.

Ο τρίτος και τελευταίος τρόπος πάλι προϋποθέτει εκλογική νίκη, αυτήν τη φορά όμως με διαφορετική συνταγή. Η αντιπολίτευση θα πρέπει να πείσει την ελληνική κοινωνία ότι, εάν κερδίσει τις εκλογές, πρόκειται να κυβερνήσει τον τόπο με τρόπο αισθητά καλύτερο από αυτόν με τον οποία κυβερνά η σημερινή κυβέρνηση

Καθώς ο φίλος, όπως προανέφερα, είναι λογικός άνθρωπος, δεν είχε καμιά δυσκολία να παραδεχτεί ότι ο πρώτος από τους παραπάνω τρόπους είναι σχεδόν αδιανόητος, ενώ ο δεύτερος καταστροφικός για τη χώρα. Ετσι συμφωνήσαμε ότι, τουλάχιστον θεωρητικά και με δεδομένες τις σημερινές συνθήκες, η αντιπολίτευση πρέπει να δώσει σαφή δείγματα ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις δυσκολίες της εποχής με τρόπο τουλάχιστον εφάμιλλο της κυβέρνησης την οποία επιδιώκει να αντικαταστήσει.

«Η θεωρία είναι εύκολη», κούνησε το κεφάλι ο φίλος, «αλλά πώς εφαρμόζεται στην πράξη;». «Είναι απλό», του απάντησα: «ο αρχηγός της αντιπολίτευσης δεν έχει παρά να ακολουθήσει τη συνταγή που εφάρμοσε με επιτυχία ο σημερινός πρωθυπουργός όταν βρέθηκε πριν από λίγα χρόνια στη θέση της αντιπολίτευσης». Ο φίλος έγινε ξαφνικά δύσπιστος, οπότε έσπευσα να του θυμίσω τα γεγονότα όπως πραγματικά συνέβησαν.

Οταν ο Μητσοτάκης εξελέγη στην ηγεσία της στις αρχές του 2016, η Νέα Δημοκρατία είχε ήδη υποστεί τρεις απανωτές εκλογικές ήττες, δύο σε εθνικές εκλογές και μία ακόμη στο δημοψήφισμα του 2015. Από τη θέση της αντιπολίτευσης, όμως, ο νέος αρχηγός κατάφερε σύντομα να αντιστρέψει την εικόνα και να κερδίσει την εξουσία μετά τρεις απανωτές νίκες σε ευρωπαϊκές, τοπικές και εθνικές εκλογές. Για να συμβεί αυτό, ο Μητσοτάκης χρειάστηκε να κάνει συγκεκριμένες στρατηγικές κινήσεις σε πέντε ξεχωριστά πεδία – στα εσωκομματικά της Ν.Δ., στη γενική πολιτική κατεύθυνση που επέλεξε να ακολουθήσει, στο ειδικό προγραμματικό πεδίο, στο πεδίο της συμβολικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση και, τέλος, στο διεθνές πεδίο.

Πρώτα πρώτα, ο τότε αρχηγός της αντιπολίτευσης αναδιοργάνωσε γρήγορα το κόμμα του και κατάφερε να προσελκύσει σε αυτό μια νέα γενιά στελεχών με ικανές τεχνικές γνώσεις και καινούργιες ιδέες. Εχοντας έτσι εδραιώσει την ηγεσία του στο εσωτερικό της Ν.Δ., άρχισε κατόπιν να την οδηγεί από άγονες δεξιές θέσεις προς το εκλογικά προσοδοφόρο πολιτικό κέντρο. Η στρατηγική αυτή απέδωσε γρήγορα καρπούς, αφού αρκετοί πολιτικοί του φιλελεύθερου κέντρου άρχισαν να βλέπουν με ενδιαφέρον την πολιτική μετεξέλιξη της Ν.Δ. και αποδέχτηκαν να συνεργαστούν μαζί της. Αυτό βέβαια δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί εάν η νέα αντιπολίτευση δεν διέθετε ήδη ένα αναλυτικό και καλά επεξεργασμένο πολιτικό πρόγραμμα που απευθυνόταν κυρίως στις μεσαίες τάξεις καθώς και σε ειδικές ομάδες ψηφοφόρων (όπως, για παράδειγμα, οι Ελληνες του εξωτερικού). Στο πεδίο της συμβολικής πολιτικής, επίσης, η τότε αντιπολίτευση κατόρθωσε να επικρατήσει έχοντας υιοθετήσει έναν μετριοπαθή λόγο που αποσκοπούσε να ενώσει, παρά να χωρίσει, το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Τέλος, ο τότε αρχηγός της αντιπολίτευσης φρόντισε να καλλιεργήσει διεθνείς συμμαχίες, συχνά μάλιστα παίρνοντας σημαντικές πρωτοβουλίες, όπως ήταν το αίτημα για αποβολή του κόμματος του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπαν από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.

Ο φίλος τώρα είχε γίνει σκεπτικός, ίσως αναλογιζόμενος την κατάσταση στο κόμμα του. «Χρειάζονται πράγματι μεγάλες ικανότητες στις σημερινές συνθήκες για να πετύχει κάποιος από τη θέση της αντιπολίτευσης», είπε και μετά αναρωτήθηκε: «Αν, εντούτοις, υποθέσουμε ότι ένας αρχηγός της αντιπολίτευσης ακολουθεί το υπόδειγμα Μητσοτάκη με επιτυχία σε κάθε ένα από τα επιμέρους πεδία του, ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα; Θα μπορούσε αυτός ο αρχηγός να κερδίσει τις επόμενες εκλογές;».

«Μάλλον όχι», του απάντησα, διότι, για κάθε κόμμα, το εκλογικό του αποτέλεσμα εξαρτάται τόσο από τη δική του δυναμική όσο και από τις αδυναμίες των αντιπάλων του. Για παράδειγμα, ενόσω ο Μητσοτάκης της αντιπολίτευσης ανέπτυσσε το σχέδιό του και αποκτούσε δυναμική εξουσίας, η τότε κυβέρνηση, όπως έδειχναν όλες οι δημοσκοπήσεις, εμφανιζόταν ολοένα και πιο αδύναμη. Αντίθετα, η σημερινή αντιπολίτευση, πάλι σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, έχει να αντιμετωπίσει μια δυναμική κυβέρνηση, η οποία διαθέτει ισχυρή νομιμοποίηση αλλά και την πρωτοβουλία των πολιτικών κινήσεων.

Ωστόσο, κατέληξε η κουβέντα με τον φίλο, ακόμη κι αν δεν μπορέσει να κερδίσει τις αμέσως επόμενες εκλογές, η αποκήρυξη του ανεύθυνου λαϊκισμού αποτελεί μονόδρομο για την αντιπολίτευση. Διότι μόνον έτσι θα μπορέσει να καταρτίσει ένα ρεαλιστικό κυβερνητικό πρόγραμμα, το οποίο επίσης θα την κρατήσει ενωμένη ενόψει μελλοντικών εκλογικών αναμετρήσεων. Αλλά και διότι η χώρα έχει ανάγκη μια δυνατή και πολιτικά έξυπνη αντιπολίτευση, τόσο για να ελέγχει την εξουσία όσο και –κυρίως– για να αποτελέσει την εναλλακτική λύση όταν η σημερινή κυβέρνηση κουραστεί, εξαντληθεί ή τυχόν αποτύχει. Τέτοια αντιπολίτευση σήμερα δεν υπάρχει. Χρειάζεται επειγόντως.
 
* Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι και συγγραφέας. Διατηρεί το ιστολόγιο www.pappaspopulism.com.