ΑΠΟΨΕΙΣ

Απατεώνας ή ανίκανος;

Φαντασθείτε το ερώτημα του τίτλου να πρέπει να το αντιμετωπίσει ο καθένας μας ως δίλημμα. Να καλείσαι, δηλαδή, να επιλέξεις για τον εαυτό σου τη φήμη του κλέφτη ή του άχρηστου – αν δεν ενοχλεί η ωμότητα με την οποία το θέτω. Προσωπικά, δεν θα δεχόμουν να θέσω τον εαυτό μου στο δίλημμα και, είμαι βέβαιος, αυτό ισχύει για τους περισσότερους. Την ίδια δυσφορία, πιστεύω, νιώθει ο κάθε άνθρωπος που προσπαθεί να είναι λογικός, όταν η εντιμότητα και η ικανότητα τίθενται σε αυτή τη διαζευκτική σχέση, όπου η μία υποχρεωτικά αποκλείει την άλλη. Σε τελευταία ανάλυση, είναι άδικο και μάλιστα όταν τίθεται μέσα στη σφαίρα αυτού που αποκαλούμε γενικό ή κοινό συμφέρον. Εντέλει, είναι και παράλογο, αν η εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος περνάει υποχρεωτικά μέσα από την ταπεινωτική επιλογή μεταξύ εντιμότητας και ικανότητας.

Παρ’ όλα αυτά, την ταπεινωτική και παράλογη επιλογή, που οι περισσότεροι δεν θα δεχόμασταν για τον εαυτό μας, την ανεχόμαστε (αν δεν το επιβάλλουμε κιόλας) σε εκείνους τους πολιτικούς στους οποίους αναθέτουμε τη διαχείριση του κοινού συμφέροντος. Σε συνθήκες μαζικής δημοκρατίας, δηλαδή σε περιβάλλον ευνοϊκό για τη δημαγωγία, είναι επόμενο οι πολιτικοί να επιλέγουν ότι είναι προτιμότερο για τους ίδιους να μην τους πει ο κόσμος απατεώνες παρά να τους πει ανίκανους. Το δεύτερο γίνεται ανεκτό (είναι και μια μορφή κολακείας άλλωστε προς «hoi polloi»), ενώ το δεύτερο οδηγεί κατευθείαν στην έξοδο.

Ετσι, με πρόσχημα τη διαφάνεια, έχουμε κατασκευάσει ένα πλέγμα διατάξεων για τα έργα και τις προμήθειες του Δημοσίου, που θυσιάζει την αποτελεσματικότητα προς όφελος μιας ψευδεπίγραφης διαφάνειας. Το αποτέλεσμα; Εχουμε εγκλωβιστεί στις διαδικασίες, με τρόπο ώστε, στατιστικά, η πλειονότητα των δημοσίων έργων να υπερβαίνει το χρονοδιάγραμμα της εκτέλεσής του, που σημαίνει ότι συχνά καταλήγουμε να πληρώνουμε το έργο ακόμη και δύο φορές. Διαφωτιστικό είναι το παράδειγμα της οδού Ακτίου – Αμβρακίας: το έργο δόθηκε έναντι 177 εκατομμυρίων και, προκειμένου να τελειώσει κάποτε, το 2018 εγκρίθηκαν συμπληρωματικές συμβάσεις (οι λεγόμενες «συμβάσεις-σκούπα») ύψους άλλων 160 εκατομμυρίων. Ποιο το νόημα, λοιπόν, της επιλογής του μειοδότη, υπό συνθήκες που ανατρέπουν πλήρως τη λογική της επιλογής;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, χωρίς τους κανόνες διαφάνειας και ισότητας στις αναθέσεις δημοσίων έργων που αποκτήσαμε χάρη στην Ε.Ε. από το 1981 και ύστερα, η χώρα θα ήταν σήμερα μια βαλκανική μπανανία. Ωστόσο, εμείς, με την κουλτούρα της άνευ ορίων (συχνά και άνευ όρων) πολιτικής αντιπαράθεσης, καταφέραμε να φτιάξουμε ένα σύστημα που δίνει την προτεραιότητα στη διαδικασία της παραγωγής, αντί για το αποτέλεσμά της. Το πρόβλημα δεν είναι ούτε της Ευρώπης ούτε της διαφάνειας. Είναι δικό μας: εμείς διαλέγουμε να ευτελίζουμε την ίδια της έννοια της διαφάνειας, χρησιμοποιώντας την εις βάρος της αποτελεσματικότητας ως ασπίδα απέναντι στην κατηγορία της ανεντιμότητας.

Η μάστιγα των δημοσίων έργων σήμερα είναι ο ασυνήθιστα χαμηλός μειοδότης: η γελοιότητα να δεχόμαστε έκπτωση στην τιμή ενός έργου, της τάξης ακόμη και του 67%. Είναι ευνόητο ότι κάποιος ο οποίος φθάνει στο σημείο να υποβάλει μια προσφορά του επιπέδου «το αφεντικό τρελάθηκε», όπως έλεγαν παλιά οι ταμπέλες των εκπτώσεων στη Σταδίου, δεν θα είναι σε θέση να το πραγματοποιήσει εντός χρονοδιαγράμματος. Κατά κανόνα, όμως, το κάνει επειδή έτσι εισπράττει αμέσως το 10%, με το οποίο εξυπηρετεί άλλες εκκρεμότητές του – που σημαίνει άλλα δημόσια έργα, τα οποία έχει αναλάβει με εξίσου αφύσικα χαμηλές προσφορές κ.ο.κ.

Το παρήγορο, έπειτα από όλα αυτά, είναι ότι η κυβέρνηση ετοιμάζεται να αλλάξει τον νόμο 4412 του 2016, που ψηφίστηκε επί ΣΥΡΙΖΑ, και στα σχεδόν δυόμισι χρόνια της εφαρμογής του τροποποιήθηκε 330 φορές. Το νομοσχέδιο θα είναι έτοιμο στις 15 Ιουλίου, οπότε και θα δοθεί στη δημόσια διαβούλευση και θα εισαχθεί στη Βουλή μόλις αυτή ανοίξει, στις 20 Αυγούστου. Με γνώμονα τη διαφάνεια και την ισότητα, το νομοσχέδιο, όπως πληροφορούμαι, θα εισαγάγει καινοτομίες, πολλές των οποίων ισχύουν σε χώρες του εξωτερικού, όπως η αύξηση των εγγυητικών επιστολών, ώστε να αποκλείονται εταιρείες-βιτρίνες που υφίστανται για να «διαμορφώνουν» το τοπίο σε διαγωνισμού. Μια άλλη θα είναι η κατάρτιση βαθμολογίου των εταιρειών –δηλαδή, η αξιολόγησή τους– ώστε να προτιμώνται οι αξιόπιστες, και, επίσης, η θέσπιση της ιδιωτικής επίβλεψης των δημοσίων έργων. Αν κάποιος θεωρεί ότι το τελευταίο αυξάνει το κόστος κατασκευής, έχει δίκιο. Το αυξάνει, όμως, πολύ λιγότερο εν σχέσει με τις καθυστερήσεις που συνεπάγονται οι εξωπραγματικά χαμηλές προσφορές.

Σε μια εποχή που η δημοκρατία αμφισβητείται κυρίως για την αναποτελεσματικότητά της (το έδαφος πάνω στο οποίο  καλλιεργείται η δημαγωγία), ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας που διέπει την ανάθεση των δημοσίων έργων είναι ζωτικής σημασίας. Ιδίως ενόψει των 22 δισ. του ΕΣΠΑ και των 32 δισ. των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων λόγω κορωνοϊού.