ΑΠΟΨΕΙΣ

Μπορούμε να χτίσουμε με αυτά τα εργαλεία;

Μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη στη δημόσια ζωή όταν θεσμοί, διαδικασίες και Τύπος έχουν υποστεί τέτοια μακρόχρονη υπονόμευση ώστε λίγοι να πιστεύουν στην αμεροληψία και την αξιοπιστία τους; Μπορούμε να χτίσουμε με εργαλεία που δεν εμπιστευόμαστε;

Πολλοί φτάσαμε στο σημείο που δεν πιστεύουμε όσα βλέπουμε, ακούμε και διαβάζουμε· πιστεύουμε μόνο όσα ήδη πιστεύουμε, αδυνατώντας να αλλάξουμε γνώμη και νοοτροπία όταν η πραγματικότητα το επιτάσσει. Με αυτή τη νοοτροπία, η πρόοδος επιτυγχάνεται είτε μετά την καταστροφή που αρνούμαστε να αποφύγουμε, είτε όταν η συγκυρία επιτρέπει σε μια ισχυρή πλειοψηφία να επιβάλει τη θέλησή της παρά τις έντονες αντιδράσεις. Πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η εθνική χρεοκοπία – αποτέλεσμα (και) της ολιγωρίας των πολιτικών, δικαστικών λειτουργών και του Τύπου, και της δυσπιστίας και αδιαφορίας που προκαλούσαν οι όποιες φωνές που προειδοποιούσαν για τους κινδύνους στην πορεία. Υστερα, η ταπείνωση και τα μνημόνια ενίσχυσαν τη δυσπιστία στο «σύστημα», το οποίο έως τότε καθησύχαζε πολλούς με ψέματα και δανεικά. Η στέρηση και η οργή ενθάρρυναν την αναζήτηση μιας πιο «βολικής» πραγματικότητας, αυτής που υπόσχονταν επιστροφή στις πολιτικές και πρακτικές που είχαν οδηγήσει στο αδιέξοδο. Ο Τύπος, αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής σκηνής, διχάστηκε. Πολλά μέσα ανέλαβαν την «καθοδήγηση» των ετερόκλητων τάσεων αμφισβήτησης της «επίσημης» εκδοχής των αιτιών της κατάρρευσης, καθώς και της πολιτικής που θα έπρεπε να εφαρμοστεί. Ηταν φανερό ότι λίγοι θα άλλαζαν νοοτροπία λόγω όσων έβλεπαν ή άκουγαν σε μέσα ενημέρωσης. Αντιθέτως, διάλεγαν το μέσο που εκπροσωπούσε αυτά που ήθελαν να πιστέψουν. Ο κατακερματισμός της πολιτικής σκηνής και η πληθώρα μέσων ενημέρωσης και έκφρασης (τα κοινωνικά δίκτυα), διέλυσαν την όποια εμπιστοσύνη στην αυθεντία της έως τότε πολιτικής και δημοσιογραφίας. Διάφοροι δημαγωγοί και μέσα ενημέρωσης (μερικά εκ των οποίων ανήκαν στο «σύστημα» έως τότε) ενθάρρυναν τους πολίτες να πιστεύουν στο ψέμα ότι η στέρηση και η ανασφάλεια μπορούσαν να εξαφανιστούν ως διά μαγείας.

Η κατάσταση στην Ελλάδα εξελίσσεται, με την πολιτική να περνάει σε εποχή που δεν υφίσταται πλέον η διαμάχη μεταξύ δήθεν οπαδών και εχθρών των μνημονίων. Η Νέα Δημοκρατία διαθέτει ισχυρή πλειοψηφία στη Βουλή και τρία χρόνια μπροστά της για να εφαρμόσει την πολιτική της. Η ευρεία αποδοχή της σε δημοσκοπήσεις δείχνει ότι οι περισσότεροι πολίτες ζητούν σταθερότητα και καλή διαχείριση των προβλημάτων, όχι αερολογίες και περιπέτειες. Αυτό οφείλεται και στην καλή διαχείριση της πανδημίας και της τουρκικής επιθετικότητας – δύο προβλήματα που κάνουν τους πολίτες να αισθάνονται την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου. Η συγκυρία, δηλαδή, είναι θετική για να πείσει η κυβέρνηση ότι τα πράγματα αλλάζουν, ότι θα επιμείνει στην ειλικρίνεια, τη σοβαρότητα και τη διαφάνεια. Εάν εφαρμόσει αυτή την πολιτική έως το τέλος, ή θα μπορέσει να πείσει τους περισσότερους Ελληνες να πιστεύουν στην πολιτική αλλαγή, ή τουλάχιστον θα αποτελέσει παράδειγμα για επόμενες κυβερνήσεις. Γι’ αυτό είναι να απορεί κανείς πώς η ίδια κυβέρνηση διαχειρίστηκε τη χρηματοδότηση μέσων ενημέρωσης για την εκστρατεία «Μένουμε Σπίτι» με τόση αδεξιότητα. Ο,τι και αν δείξει ο κατάλογος των παραληπτών (δεν είχε ανακοινωθεί ακόμη χθες το μεσημέρι), η σύγχυση και η καθυστέρηση στη δημοσιοποίηση έβλαψαν και την κυβέρνηση και τα μέσα ενημέρωσης, υπονομεύοντας την προσπάθεια να ενημερωθούν σωστά και υπεύθυνα οι πολίτες. Μέσα στη γενική καχυποψία, αμφισβητείται αδίκως κάθε μέσο, κάθε εργαζόμενος, κάθε πρόθεση.

Συνέπεια αυτών των χειρισμών είναι ότι τώρα που απαιτούνται ψυχραιμία και σοβαρότητα, πολλοί θα πιστεύουν ότι οι πολιτικοί και τα μέσα ενημέρωσης δεν θα αποδυθούν στην αναζήτηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης, αλλά στην ενίσχυση της πλευράς που ήδη στηρίζουν. Το αποτέλεσμα θα επιβεβαιώσει την πατροπαράδοτη καχυποψία ότι όσοι έχουν πρόσβαση στην εξουσία είναι ασύδοτοι, ότι ο Τύπος δεν υπηρετεί το κοινό συμφέρον αλλά τα συμφέροντα των ιδιοκτητών του. Οι σκιές ήταν δικαιολογημένες, αλλά δεν όφειλαν να καλύπτουν όλα τα μέσα.

Πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Ραδιοτηλεοπτικής Ενωσης (EBU) βρήκε ότι στην Ελλάδα το 54% των ερωτηθέντων δεν εμπιστεύεται τα μέσα ενημέρωσης, πίσω μόνο από τη Βρετανία (με 60%) και την Ισπανία (58%), ενώ ο μέσος όρος των 28 χωρών της Ε.Ε. ήταν 40%. Οι περισσότεροι, λοιπόν, δεν εμπιστευόμαστε τα μέσα ενημέρωσης, παρότι γνωρίζουμε ότι χωρίς σοβαρό και ανεξάρτητο Τύπο η Δημοκρατία υπονομεύεται. Υπάρχουν σοβαρά προβλήματα που πρέπει να λυθούν, όμως, το πρώτο βήμα είναι οι πολίτες οι ίδιοι να μπορούν να κρίνουν, να στηρίξουν τα χρήσιμα μέσα, να αγνοήσουν τα επικίνδυνα. Οι βελτιώσεις θα ακολουθήσουν. Αυτές αφορούν τη λειτουργία της κυβέρνησης και των πολιτικών, καθώς και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Εάν πολιτικοί, δικαστικοί λειτουργοί και οι δημοσιογράφοι είχαν κάνει τη δουλειά τους, δεν θα βρισκόμασταν σε κρίση από το 2010. Απαιτείται η αφύπνιση και των τριών για τη Δημοκρατία.