ΑΠΟΨΕΙΣ

Επέτειος ’74 στην Προύσα

Νομίζω το έχω αναφέρει ξανά: πριν από κάμποσα καλοκαίρια, ανήμερα την επέτειο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, έτυχε να βρίσκομαι στην Προύσα για λίγες ημέρες.

Σε ένα μνημείο του Κεμάλ Ατατούρκ, κοντά στο κέντρο της πόλης, στηνόταν κάποια σεμνή στρατιωτική τελετή. Κάποιοι κύριοι, εξηντάχρονοι περίπου, με κοστούμι και τα παράσημά τους φορεμένα στο πέτο, παρατάσσονταν για να τιμηθούν από την τουρκική πολιτεία.

Μου πήρε κάποια ώρα να αντιληφθώ ότι ήταν όλοι τους βετεράνοι του ’74: παλαίμαχοι στρατιώτες που είχαν λάβει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μέρος στην εισβολή.

Καλοσυνάτοι, ευγενείς «παππούδες», απλοί στρατιώτες μάλλον ήταν, όχι τίποτα μεγαλόσχημοι αξιωματικοί. Κάπως αμήχανοι αλλά την ίδια στιγμή και χαρούμενοι για την τιμή που θα τους έκανε η πατρίδα τους.

Σταθήκαμε παράμερα και παρακολουθήσαμε την ολιγόλεπτη τελετή: κάποιες ομιλίες, σφιξίματα χεριών, μια μπάντα που έπαιξε τα εμβατήριά της και η ομήγυρη διαλύθηκε ήσυχα.

Καθώς αποχωρούσαν, κάποιοι από τους βετεράνους μας χαιρέτησαν ευγενικά, μας χαμογέλασαν, κατάλαβαν ότι ήμαστε τουρίστες, σίγουρα όμως δεν τους πέρασε απ’ το μυαλό ότι ήμαστε Ελληνες.

Σκέφτηκα: ίσως κάποιοι από αυτούς τους συμπαθείς κυρίους να έκαναν απλώς αυτό που έπρεπε να κάνουν χωρίς πολλά πολλά, όπως κάθε στρατιώτης σε υπηρεσία. Ισως κάποιοι να απέφυγαν τα «δύσκολα».

Εξάλλου, σε κάθε εκστρατεία, τη «βρωμοδουλειά» οι λίγοι είναι που την κάνουν. Οταν λέει κάποιος ότι «πήγε στον πόλεμο», μπορεί να εννοεί πολλά και διαφορετικά πράγματα – όχι απαραίτητα ότι ήταν στη γραμμή των πρόσω, ότι πυροβόλησε και ότι τον πυροβόλησαν. Μπορεί κάποιος να έχει συμμετάσχει σε έναν πόλεμο και να μην έχει ρίξει ούτε μία πιστολιά, να μην άκουσε ούτε έναν πυροβολισμό, τουλάχιστον σε κοντινή απόσταση (και δεν το λέω με απαξίωση, αυτή είναι μια πραγματικότητα της στρατιωτικής ζωής εν πολέμω). Ισως λοιπόν τα πρόσωπα που έβλεπα να ήταν απλώς στα μετόπισθεν το 1974.

Ισως, πάλι, πίσω από αυτά τα ευγενικά χαμόγελα των ήρεμων ηλικιωμένων να κρυβόταν το νεανικό πρόσωπο ενός φανατισμένου, μάχιμου στρατιώτη πρώτης γραμμής, ενός εκτελεστή αιχμαλώτων, ενός βιαστή, κάποιου που ήταν υπερήφανος που σκότωσε Ελληνες.

Ποιος ξέρει. Υπάρχει πάντοτε αυτή η φοβερή αμηχανία όταν ταξιδεύεις στο εσωτερικό της Τουρκίας και πέφτεις πάνω σε τέτοια σκηνικά. Ή όπως στο μουσείο του Εσκί Σεχίρ όπου αναφερόταν χαρακτηριστικά ότι «τη φωτιά στην Ιζμίρ την έβαλαν Ελληνες». Ή στο πολεμικό μουσείο της Κωνσταντινούπολης, όπου υπάρχει αίθουσα αφιερωμένη στην Κύπρο του 1974, χαρακτηρίζοντας την επιχείρηση «ειρηνευτική αποστολή». Εκεί βλέπεις και τα πολεμικά λάφυρα: ελληνικές σημαίες, μεταξύ των άλλων.

Τα θυμάμαι όλα αυτά όχι μόνον επειδή πλησιάζει η δυσάρεστη επέτειος της 20ής Ιουλίου αλλά και εξαιτίας των πρόσφατων πεπραγμένων εκ μέρους της Τουρκίας.

Εχουμε έναν γείτονα που θα νοσταλγεί πάντοτε το αυτοκρατορικό του παρελθόν. Εναν γείτονα που έχει ελλειμματικό εαυτό αλλά, όπως συμβαίνει πάντοτε, ένα υπερτροφικό εγώ.