ΑΠΟΨΕΙΣ

Εχει και η Κίνα τον Γολγοθά της

Αν συνέβαινε σε οποιαδήποτε άλλο κράτος (ή εμιράτο), θα μιλούσαμε για «πιθανό καταλύτη αλυσιδωτής αντίδρασης που μπορεί να συμπαρασύρει όλο το τραπεζικό σύστημα». Η Κίνα όμως δεν είναι «οποιοδήποτε κράτος»: Χθες, η μεγαλύτερη τράπεζα του πλανήτη, η κινεζική ICBC, ανακοίνωσε ότι δεν σκοπεύει να αποζημιώσει τους επενδυτές που αγόρασαν ένα προβληματικό επενδυτικό προϊόν υψηλής απόδοσης «από τα ράφια της» (τυπικά δεν ήταν δικό της – ήταν δημιούργημα μιας σκιώδους τράπεζας). Οι συγκεκριμένοι επενδυτές έχασαν. Σαν αυτούς, υπάρχουν πολλοί που από σήμερα θα κοιμούνται ανήσυχα.

Τo «νίπτω τας χείρας» της ICBC το προκάλεσαν οι απανωτές πτώσεις της μετοχής της. Αιτία, η φημολογία ότι θα χρειαστεί να αποζημιώσει με σχεδόν 500 εκατ. δολάρια όσους πελάτες της τοποθέτησαν χρήματα στο προϊόν 2010 China Credit/Credit Equals Gold («Πίστωση ίσον Χρυσός»). Τα κεφάλαιά τους έγιναν δάνειο σε μια εταιρεία εξόρυξης λιγνίτη που δεν ήταν καν στο χρηματιστήριο, στη συνέχεια φορτώθηκε με χρέη και τέλος είδε τον επικεφαλής της να πηγαίνει φυλακή με την κατηγορία της… αντιποίησης τραπεζίτη. (Φαρ Ουέστ, σε συσκευασία Φαρ Ιστ). Η συγκεκριμένη πίστωση δεν ισούτο με Χρυσό, αποδείχθηκε Καπνός. Δεν είναι η μόνη τέτοια περίπτωση. Το μοντέλο είναι πια εξαιρετικά διαδεδομένο.

Η φούσκα του κινεζικού δανεισμού ξεκινά το 2008: τότε που το Πεκίνο έβαλε μπροστά τις μηχανές ρευστότητας κι άρχισε να ρίχνει χρήμα στην οικονομία για να προστατευτεί από την κρίση του 2008. Κρατικά χρήματα και ιδιωτικά κεφάλαια (με τη διαμεσολάβηση νεοπαγών «σκιωδών» τραπεζών, χρηματοοικονομικών εταιρειών που λειτουργούν ως ιχνηλάτες στην κινεζική βερσιόν του καπιταλισμού) προκάλεσαν μια έκρηξη δανεισμού. Οι αναπτυξιακοί δείκτες της Κίνας εν μέσω κρίσης διατηρήθηκαν εντυπωσιακά υψηλά. Αλλά ο μηχανισμός είχε συνέπειες: Το συνολικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ σχεδόν διπλασιάστηκε – από 125% του ΑΕΠ σε 225%.

Το πρόβλημα -και στην Κίνα- είναι ότι τα νέα δάνεια δεν πηγαίνουν τόσο στην πραγματική οικονομία, δεν καλύπτουν τις ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρηματιών για παράδειγμα, δεν παράγουν υπεραξίες. Πηγαίνουν σε μεγάλες κρατικές ή ημικρατικές εταιρείες που κάνουν επενδύσεις αμφίβολης απόδοσης (ή «σκάνε» – όπως η λιγνιτική). Τώρα το Πεκίνο πρέπει να μαζέψει την ξεχειλωμένη πίστωση για να αποτρέψει περισσότερα «σκασίματα». Δεν είναι εύκολο όμως να χαλαρώσει τον εναγκαλισμό των τραπεζών με το «σκιώδες τραπεζικό σύστημα».

Προκειμένου να συνετίσει τις τράπεζες που παρα-απλώθηκαν, τις αφήνει να ζορίζονται για παραδειγματισμό: Οι πιεσμένες τράπεζες πληρώνουν όλο και πιο ακριβά για να προμηθευτούν κεφάλαια από τη διατραπεζική αγορά, αλλά η κεντρική τράπεζα δεν παρεμβαίνει πάντα: «Ας προσέχατε», λέει – μια προσέγγιση αποφασιστική, αλλά «Πύρρειας» αποτελεσματικότητας. Γιατί καθώς τα επιτόκια της διατραπεζικής αγοράς ανεβαίνουν αντανακλώντας την ανασφάλεια, τα επενδυτικά προϊόντα που αποτελούν τη πέτρα του σκανδάλου γίνονται ακόμα πιο ελκυστικά, καθώς οι αποδόσεις τους ανεβάινουν μαζί με τα διατραπεζικά επιτόκια. Το πρόβλημα διαιωνίζεται -αν δεν μεγαλώνει- καθώς το Πεκίνο προσπαθεί να πετύχει αντιφατικούς στόχους.

Η ώρα της αλήθειας για την πίστωση στην κινεζική οικονομία πλησιάζει. Η άρνηση μιας τράπεζας να αποζημιώσει επενδυτές που νόμιζαν ότι είχαν την εγγύησή της ή την εγγύηση του κράτους έχει σημασία, γιατί είναι ένδειξη πίεσης και πρόδρομος εντάσεων στην ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομίας. Το Πεκίνο έχει μπροστά του τον Γολγοθά της απεξάρτησης από τα δανεικά, και της ταυτόχρονης φιλελευθεροποίησης της οικονομίας του. Στα πλεονεκτήματά του; ένας μηχανισμός που μπορεί να ασκεί πιο αποτελεσματικά εξουσία από μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Στα μειονεκτήματα; Η Κίνα είναι φρέσκος και άπειρος χειριστής πιστωτικών εργαλείων – εξαναγκάζεται σε πειραματισμούς. Ενίοτε, στα ερευνητικά εργαστήρια γίνονται ατυχήματα.