ΑΠΟΨΕΙΣ

Αγιος Βασίλης έφυγε, χωρίς ν’ αφήσει δώρα

Ο Αγιοβασίλης βρίσκεται ήδη εξουθενωμένος και μπαϊλντισμένος στον δρόμο της επιστροφής. Και επειδή μόνο αυτός γνωρίζει πού είναι το σπιτικό του, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα «Βασίλη, πούθεν έρχεσαι και πούθεν κατεβαίνεις;» που θέτουν παλαιόθεν τα κάλαντα. Αν ρωτούσαμε τους μικρούς καλαντιστές που έρχονται να μας τα πούνε, τηρώντας ένα έθιμο απομακρυσμένο από το ουσιώδες κάποτε νόημά του, μάλλον δεν θα φωτιζόμασταν. Ενα «Ξέρω κι εγώ πού πέφτει η Καισαρεία;» είναι ό,τι περισσότερο θα μπορούσαμε να περιμένουμε. Είναι τόσο μπερδεμένοι άλλωστε με το γραμματικά ασουλούπωτο «με τ’ άγιος θρόνος» του δεύτερου στίχου (που το λένε μασώντας το από αμηχανία, όπως μασούν από βιασύνη τις Γραφές οι ιερείς), που δεν έχουν όρεξη για γεωγραφικές συζητήσεις.

Αν είναι κάπως προχωρημένοι σε ηλικία και βγήκαν στη γειτονιά μήπως συμπληρώσουν το μειωμένο χαρτζιλίκι του παππού, δεν είναι απίθανο να σου πετάξουν ένα «Ξέρω ’γώ, ρε φίλε; Τζι-πι-ες είμαι;» και να φύγουν σταυροκοπούμενοι με τον αμίμητο ελληνορθόδοξο τρόπο. Και αν είναι πιτσιρίκια που δεν ξεσκόλισαν ακόμα από το τηλεπανεπιστήμιο, ίσως απαντήσουν ότι ο Αϊ-Βασίλης έρχεται από την Κοκακολάνδη, το Τζαμποϊστάν ή κάποια άλλη ουτοπική χώρα της διαφημιστικής μυθοπλασίας, που στο μυαλό των μικρών είναι περισσότερο πραγματική από τις επισήμως αναγνωρισμένες. Εκτός κι αν με τη συστηματική προβολή των τελευταίων ετών, στο πλαίσιο προγραμμάτων του τύπου «στείλτε γράμμα στον Αϊ-Βασίλη», έχουν πιστέψει και αυτά ότι έρχεται από Ισλανδία ή Φινλανδία.

Θα μπορούσαμε, βέβαια, να ρωτήσουμε τα ίδια τα κάλαντα, το κείμενό τους δηλαδή. Μόνο που δεν έχουμε να κάνουμε με ένα και μοναδικό κείμενο αλλά με πολλά. Κείμενα, τραγούδια καλύτερα, αφού πρόκειται για δημιουργήματα της προφορικής λογοτεχνίας, τα οποία διαφέρουν λίγο ή και πολύ, ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο που δημιουργήθηκαν, αλλά και ανάλογα με τον χρόνο ή τον τόπο που αναδημιουργήθηκαν, για να υπηρετήσουν αισθήματα που εν τω μεταξύ άλλαξαν. Ο,τι συμβαίνει με τα δημοτικά τραγούδια των υπόλοιπων κατηγοριών, συμβαίνει και με τα αγερμικά (όσα άδονται στις γιορτές από παρέες που επισκέπτονται τα σπίτια, για να τραγουδήσουν τις ευχές τους), το είδος των οποίων ριζώνει στην αρχαιότητα και στον παγανισμό της.

Στο δημοτικό πολυ-κείμενο λοιπόν θα ακούσουμε ή θα διαβάσουμε ότι ο άγιος (όχι ο παππούς με το επίμονο «χο!χο!χο!» αλλά κάποιο φάντασμα του ενός εκ των τριών ιεραρχών) έρχεται από την (παρατονισμένη) «Καισαρεία» ή την Καππαδοκία. Σωστά, αφού είναι «της Καισαρείας γέννημα, καρπός Καππαδοκίας», όπως ακούμε στα κάλαντα της Φολεγάνδρου, που μάλιστα δίνουν στον άγιο δυνατότητα αναδρομικής παρέμβασης στην ιστορία: με την ελευθερία που διακρίνει τον λαϊκό ποιητή στη διαχείριση του χρόνου, τον προσαγορεύουν πολέμιο των Αγαρηνών (των μουσουλμάνων δηλαδή, και ειδικότερα των Τούρκων): «Είχε και το αξίωμα της αρχιεροσύνης, / εχθρός των έργων των κακών, φίλος τής σωφροσύνης. / Αιρετικών εχθρός κακός, φίλος των ορθοδόξων, / διώκτης των Αγαρηνών ομού και κακοδόξων». Βέβαια, αυτό είναι μία μόνο πτυχή στη γενικότερη αλλοίωση του χαρακτήρα του Καππαδόκη ιεράρχη. Οπως λέει ο Βάλτερ Πούχνερ αναφερόμενος στο απώτερο παρελθόν και όχι στα τωρινά, «από τα “πατερολογικά” συμφραζόμενα έχουν μείνει μόνο η καταγωγή του και η λογιοσύνη του. Κατά τα άλλα, οι καλαντιστές τον έχουν μετατρέψει σ’ έναν “δικό τους”, γιατί στο τραγούδι εμφανίζεται ως μαθητής ή ως γεωργός» (βλ. το δοκίμιο «Τα θρησκευτικά κάλαντα του Δωδεκαημέρου και η δομή τους», πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου του Πούχνερ «Μελέτες για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι», Αρμός, 2013). Μαθητής είναι στην πανελλαδικά γνωστότερη παραλλαγή («βαστάει λιβάνι και κερί, χαρτί και καλαμάρι») και γεωργός σε εκδοχή του τραγουδιού διαδεδομένη σε Κρήτη, Σάμο, Λήμνο, Λέσβο και Μικρασία: «Ταχιά ταχιά ’ν’ αρχιμηνιά, ταχιά ’ν’ αρχή τού χρόνου, / ταχιά ’ν’ όπου προπάτηξεν ο Κύριος στον κόσμο / κι εβγήκεν κι εχαιρέτηξεν όλους τους ζευγολάτες. / Ο πρώτος που χαιρέτησεν ήταν άγιος Βασίλης». Αλλ’ αυτά μόνο διαβάζονται πια. Δεν ακούγονται.

Αν τώρα αλλάξουμε νοερά τόπο και από τη Φολέγανδρο πάμε στη Μύκονο, θα πληροφορηθούμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Θα ακούσουμε δηλαδή την επιθυμία των καλαντιστών σαν ήδη συντελεσμένη πραγματικότητα (αντλώ τους στίχους από το βιβλίο της Γιάννας Β. Σέργη «Να τα πούμε; Παραδοσιακά κάλαντα», εκδ. Φιλιππότη, 1999): «Αγιος Βασίλης έρχεται από τις Κάτω Δήλες. / Βαστά το καλαθάκι του γεμάτο πεταλίδες, / βαστά και την κοφίνα του γεμάτη με μανίτες. / Αγιος Βασίλης έρχεται και στο ντουλάπι πάει, / να βρει τα ξεροτήγανα, να κάτσει να τα φάει». Σε παραλλαγή τού τραγουδιού, επίσης μυκονιάτικη, ο άγιος «βαστά το καλαθάκι του γεμάτο τηγανίτες». Και τη φορά αυτή όμως προορίζει το ωραίο έδεσμα για τον εαυτό του. Το νησιώτικο πνεύμα, διατηρώντας τη φιλοπαίγμονα διάθεσή του, μετατοπίζει το περιεχόμενο του τραγουδιού από το θρησκευτικό στο κοσμικό, από το ιερό στο ιλαρό. Και αφήνει όλη τη σοβαροφάνεια για τους επαγγελματίες του φαρισαϊσμού, που αφού δεν νιώθουν, αδυνατούν και να κατανοήσουν.

Για τους Ικαριώτες πάλι, που κι αυτοί δεν έχουν διάθεση για υποκριτική ευσέβεια, ο άγιος έρχεται από κάποιο μέρος του νησιού τους: «Αγιος Βασίλης έρχεται / και δεν μας καταδέχεται / από τον Κάβο-Πάπα. / Σηκώνει εις την πλάτη του / μια μαλλιαρή φυλάκα. / Αγιος Βασίλης έρχεται / από τον Μαγγανίτη, / οπού τον εκεράσανε ένα μακρύ φοινίκι. / Επέρασε απ’ τον Κουντουμά / και τον κεράσαν λουκουμά. […] Χόρεψε τον καριώτικο / με του βιολιού τον ήχο / κι έκατσε να ξεκουραστεί / απάνω σ’ έναν τοίχο». Υπάρχουν όμως και αναθεωρημένες εκδοχές του αγίου, που τον θέλουν παρατηρητή σπουδαίων γεγονότων και αγγελιοφόρο. Σε κάλαντα της Ιμβρου, της χρονιάς που έπεσε το Αρκάδι, ο άγιος έρχεται από την Κρήτη, γι’ αυτό και ζητάει «κόλλυβα να μοιράσουνε, να φαν να συχωρέσουν». Σε κρητικά πολεμικά κάλαντα, «Αγιος Βασίλης έρχεται από τα Νέα Μέρη, / που ελευθέρωσε η Ελλάς με του Θεού το χέρι / κι αντί εικόνα και χαρτί που βάστα τσ’ άλλους χρόνους, / τώρα βαστά της λευθεριάς χρυσούς ανθούς και κλώνους / και στο δεξί χέρι βαστά ελληνική σημαία». Την ίδια σημαία βαστά και το ’22, σε κάλαντα της Πάρου: «Αγιος Βασίλης έρχεται απ’ τη Μικρά Ασία. / Βαστά ντουφέκι και σπαθί […] βαστά σημαία ελληνική / με σφαίρες τρυπημένη». Κάθε καιρός κι ο άγιος του. Και κάθε τόπος. Και ας μην έχουν δώρα να δώσουν.