ΑΠΟΨΕΙΣ

Το ηθικό κύρος της φορολογίας

Ο φόρος υπεραξίας που επιβάλλεται σε όσους πωλούν ακίνητα είναι ένα πρόσθετο νέο παράδειγμα άδικης φορολογίας που επιβεβαιώνει μια γνωστή πρακτική. Αλλωστε, το χειρότερο μονοπώλιο είναι το κράτος, που έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει νομότυπα τη θέλησή του, όποια κι αν είναι. Οταν οι πολίτες οφείλουν στο Δημόσιο συλλαμβάνονται, φυλακίζονται και εκτίθενται με επίσημες ανακοινώσεις. Το κράτος μπορεί να κατασχέσει την ακίνητη περιουσία τους, τις καταθέσεις τους, ενώ ακόμη και όταν εξοφλούνται με καθυστέρηση οι υποχρεώσεις, επιβάλλεται υψηλός τόκος για την καθυστέρηση. Οταν το Δημόσιο χρωστάει σε ιδιώτες, αυτοί δεν έχουν τη δυνατότητα να κατασχέσουν περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου, ούτε μπορούν να επιβάλουν το ίδιο επιτόκιο για κάθε μήνα καθυστέρησης, ούτε μπορούν να ζητήσουν τη σύλληψη των αρμοδίων παραγόντων…

Ακόμη όμως και αυτή η ανισότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί αποδεκτή εφόσον οι φορολογικές υποχρεώσεις προέκυπταν από δίκαιη φορολογία εισοδημάτων ή περιουσίας. Ούτε αυτό συμβαίνει και το τελευταίο παράδειγμα είναι η φορολογία της υπεραξίας που προκύπτει στην πώληση ακινήτων. Ο νόμος προβλέπει ότι επιβάλλεται φόρος 15% στην υπεραξία που απέκτησε ο πωλητής κατά την πώληση του ακινήτου. Και παράλληλα μειώθηκε σε 3% ο φόρος αγοράς ακινήτων, προσφέροντας, υποτίθεται, κίνητρο στους αγοραστές ακινήτων που θέλουν να επενδύσουν.

Βέβαια, το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς υπολογίζεται η υπεραξία που κέρδισε ο πωλητής. Με την απλή μέθοδο να αφαιρείται η σημερινή (αντικειμενική) αξία από την (αντικειμενική) αξία που είχε το ακίνητο όταν αποκτήθηκε από τον τωρινό πωλητή. Και επειδή το Δημόσιο παριστάνει ότι είναι δίκαιο, αφαιρεί από την αξία που προκύπτει κάποιο ποσοστό, ανάλογα με τα χρόνια που διατηρήθηκε το ακίνητο στην ιδιοκτησία του πωλητή. Κι όμως, η βασική αδικία παραμένει και είναι οι αντικειμενικές αξίες που ισχύουν, αλλά δεν είναι καθόλου αντικειμενικές. Οταν τα ακίνητα πωλούνται σήμερα σε τιμές 35%-50% κάτω από τις αντικειμενικές, η ρύθμιση δεν είναι δίκαιη. Καταλήγει όχι μόνον σε φόρο πολύ μεγαλύτερο από το 15% της υπεραξίας, αλλά σε πολλές περιπτώσεις στη φορολόγηση ανύπαρκτης υπεραξίας. Είναι το ίδιο άδικο όπως και το «προσωρινό» χαράτσι που φορολογούσε τις αποθήκες και τους ορόφους με την ίδια αξία ως ηλεκτροδοτούμενους χώρους!

Προφανώς όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της ίδιας ανάγκης, να εισπραχθούν με σιγουριά έσοδα που χρειάζεται το Δημόσιο. Και επειδή δεν μπορεί να εντοπίσει φοροδιαφυγή, ούτε καν τους ιδιοκτήτες σκαφών που έχουν δηλωθεί ως ολλανδικά και περιλαμβάνονται στην ανάλογη λίστα, επειδή δεν αυξάνονται τα εισοδήματα που δηλώνονται, ούτε αυξάνεται η περιουσία ώστε να φορολογηθεί δίκαια, επιβάλλονται άδικοι και παράλογοι φόροι.

Το πρόβλημα εξελίσσεται σε κάτι σημαντικότερο από μια απλή φορολογική υπερβολή. Οι πολίτες εθίζονται από τη συχνή επανάληψη στην αδικία της φορολογικής πολιτικής, με συνέπεια η εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων να έχει χάσει το ηθικό πλεονέκτημα που έχει σε μια ευνομούμενη κοινωνία. Αλλωστε, κατά τον Αριστοτέλη, η δικαιοσύνη είναι η κυριότερη αρετή. Ακολουθούν άλλες αρετές όπως η αλήθεια, η εμπιστοσύνη, η ευσέβεια. Και η φορολογική πολιτική έχασε το πλεονέκτημα να θεωρείται δίκαιη, ηθική, άρα σεβαστή. Γι’ αυτό και θα αποτύχει.