ΑΠΟΨΕΙΣ

Η απατηλή γοητεία του κρατισμού

Οταν η κρατική μηχανή δραστηριοποιείται προς τους κατάλληλους στόχους, τα αποτελέσματα είναι θαυμαστά. Κινητοποιώντας εθνικούς και διεθνείς πόρους και παγκόσμιας εμβέλειας κατασκευαστές και μηχανικούς έζευξε το Ρίο με το Αντίρριο. Συντηρώντας τις Ενοπλες Δυνάμεις και τον πολυδάπανο φονικό εξοπλισμό τους διασφαλίζει την ακεραιότητα της χώρας μας σε μια επικίνδυνη γειτονιά. Σχεδιάζοντας και εφαρμόζοντας καθολικά περιοριστικά μέτρα έθεσε υπό έλεγχο μια επιδημία που έχει κοστίσει στον πλανήτη σχεδόν ένα εκατομμύριο ζωές.

Από την άλλη μεριά, όταν το κράτος εμπλέκεται εκεί που δεν έχει θέση, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι από κωμικά μέχρι τραγικά. Ενα τέτοιο παράδειγμα είναι η απόφαση για την προμήθεια και δωρεάν διανομή μασκών προστασίας στα σχολεία. Διαβάζουμε στον Τύπο: «Αγώνας δρόμου για τις μάσκες – Στο παρά πέντε πριν από το πρώτο κουδούνι αναμένεται να φτάσουν οι μάσκες για τους μαθητές στα σχολεία, και πάλι υπό την προϋπόθεση ότι όλα θα λειτουργήσουν “σωστά”. Η διαδικασία κινείται στην κόψη του ξυραφιού τόσο από την πλευρά των διαδικασιών που απαιτήθηκαν για έναν διαγωνισμό ύψους 6,2 εκατ. ευρώ, ώστε να τηρηθεί η νομοθεσία, όσο και από την “άσκηση υψηλού κινδύνου” να μοιραστούν οι μάσκες σε όλα τα σχολεία» («Καθημερινή», ρεπορτάζ της Τάνιας Γεωργιοπούλου).

Το κράτος έβαλε τρικλοποδιά στον εαυτό του χωρίς ουσιαστικό λόγο. Επειτα από κάποιες αρχικές ελλείψεις και υπερτιμήσεις στις μάσκες προστασίας, η αγορά γρήγορα ισορρόπησε, διασφαλίζοντας την επάρκεια και τη διαθεσιμότητά τους σε λογική τιμή σε όλη τη χώρα. Για να γίνει αυτό έδρασαν αυτόνομα, με κύρια καθοδήγηση τους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης, χιλιάδες επαγγελματίες και επιχειρήσεις. Φαρμακοβιομηχανίες αύξησαν την παραγωγή τους, εισαγωγείς προχώρησαν σε συμφωνίες με προμηθευτές, βιοτεχνίες άρχισαν να κατασκευάζουν πάνινες μάσκες, σχεδιαστές φιλοτέχνησαν θελκτικά μοτίβα και καταστήματα λιανικής σε όλη τη χώρα τις πρόσθεσαν στις προθήκες τους.

Οταν όμως ήρθε το ερώτημα για το πώς θα βρουν τα παιδιά μάσκες για να πάνε στο σχολείο, η απάντηση που, ίσως αβασάνιστα, δόθηκε ήταν «να το αναλάβει το κράτος». Συνηγορώντας στην κρατική προμήθεια και διανομή των μασκών στους μαθητές, οι αρμόδιοι υπάλληλοι υπερεκτίμησαν, για άλλη μια φορά, την αποτελεσματικότητα της κρατικής μηχανής. Μετέτρεψαν μια ενέργεια που θα μπορούσε να ενσωματωθεί στη ρουτίνα της αγοράς των σχολικών τετραδίων σε «αγώνα δρόμου» και «άσκηση υψηλού κινδύνου» με διαδικασίες που κινούνται «στην κόψη του ξυραφιού».

Για όσους έχουμε ασχοληθεί με τη δημόσια διοίκηση οι σκόπελοι που, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, εμφανίστηκαν στη διαδικασία ήταν απολύτως αναμενόμενοι: εύρεση και κατανομή κονδυλίων, σύνταξη προδιαγραφών, δημόσιος διαγωνισμός, ενστάσεις των προμηθευτών, αδυναμία ενός προμηθευτή να ικανοποιήσει τις (αναγκαστικά) φαραωνικές προδιαγραφές του έργου, παραιτήσεις των μελών της επιτροπής εξέτασης ενστάσεων, έγκριση από το Ελεγκτικό Συνέδριο, συμβασιοποίηση, καθυστερήσεις. Ευτυχώς, μέχρι τώρα, δεν έχουν εμφανιστεί καταγγελίες για διαφθορά, αν και ο κίνδυνος αυτός ελλοχεύει σε κάθε μεγάλη ή μικρή προμήθεια.

Το δίδαγμα από την υπόθεση αυτή για τους πολιτικούς προϊσταμένους στη δημόσια διοίκηση είναι ότι πρέπει να αντιμετωπίζουν με εξαιρετική δυσπιστία κάθε πρωτοβουλία ανάληψης από το κράτος λειτουργιών που ικανοποιεί η αγορά. Για διάφορους σωστούς και αρκετούς λάθος λόγους οι κρατικές προμήθειες είναι συνήθως εξαιρετικά αργές, αναποτελεσματικές και αντιπαραγωγικές. Ποτέ τα πράγματα δεν εξελίσσονται με το αισιόδοξο σενάριο που παρουσιάζουν συνήθως οι αρμόδιοι αξιωματούχοι. Οι κρατικές προμήθειες είναι ορισμένες φορές απαραίτητες για να κινητοποιηθούν μεγάλοι πόροι ή να αναληφθούν έργα σε τομείς που δεν τολμά ή δεν μπορεί να δράσει η αγορά. Ομως, η πρώτη αντίδραση των πολιτικών όταν έρχεται στο γραφείο τους μια πρόταση για άλλο ένα δημόσιο έργο, θα πρέπει να είναι η εξέταση του πώς μπορεί αυτό να αποφευχθεί. Εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν πολλές: επιδοτήσεις, κουπόνια, αυτοχρηματοδότηση, εθελοντισμός, συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), χορηγίες, αποκέντρωση, ρυθμιστικές και κανονιστικές παρεμβάσεις. Μόνο αφού εξαντληθούν και αποκλειστούν όλα αυτά τα περιθώρια θα πρέπει να αναλαμβάνει απευθείας δράση η, δυστυχώς, δυσκίνητη κρατική μηχανή μας.
 
* Ο κ. Διομήδης Σπινέλλης είναι καθηγητής στο Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.