ΑΠΟΨΕΙΣ

Δημόσια διπλωματία και ελληνική εξωτερική πολιτική

Πρόσφατα ξεκίνησε μια γόνιμη συζήτηση για τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν για την Ελλάδα από την αξιοποίηση της δημόσιας διπλωματίας για την εξυπηρέτηση στόχων της εξωτερικής της πολιτικής. Υπάρχουν, πράγματι, ιστορικά παραδείγματα που καταδεικνύουν τη χρησιμότητα τέτοιων πρωτοβουλιών.

Τον Μάρτιο του 1956 η Ελλάδα κατέθεσε την τρίτη κατά σειράν προσφυγή στον ΟΗΕ με θέμα την αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού. Στην πρωθυπουργία βρισκόταν από τον Οκτώβριο του ’55 ο Κων. Καραμανλής, ενώ από τον Μάιο το χαρτοφυλάκιο του υπ. Εξωτερικών ανέλαβε ο Ευ. Αβέρωφ-Τοσίτσας. Από πλευράς περιεχομένου και στόχου, η τρίτη προσφυγή δεν διέφερε επί της ουσίας από τις δύο προηγούμενες. Διέφερε όμως ο τρόπος που οι Καραμανλής και Αβέρωφ προετοίμασαν το έδαφος ενόψει της συζήτησής της στον ΟΗΕ.

Πέρα από τις παραδοσιακές μεθόδους, προκρίθηκε και εκείνη της δημόσιας διπλωματίας. Η κυβέρνηση στρατολόγησε προσωπικότητες, στις οποίες ανέθεσε να πραγματοποιήσουν ενημερωτικές εκστρατείες σε όλα τα σημεία της υδρογείου. Η σκέψη ήταν απλή αλλά ευφυής. Θα αξιοποιούνταν όχι μόνο επίσημα, αλλά και ανεπίσημα δίκτυα ανθρώπων. Ακόμα και προσωπικές γνωριμίες. Αφού στον ΟΗΕ η Ελλάδα ζητούσε την υποστήριξη όλων των μελών του οργανισμού, ήταν απαραίτητο να εξασφαλιστεί και η τελευταία ψήφος. Αυτή η ανάγκη γινόταν ακόμα μεγαλύτερη λόγω της αλληλεπίδρασης δύο παραγόντων. Από τη μια, η Ελλάδα με την προσφυγή βρισκόταν αντιμέτωπη με μια πολύ ισχυρότερη χώρα, τη Μεγάλη Βρετανία. Από την άλλη πλευρά, επειδή ακριβώς ο αντίπαλος της Ελλάδας ήταν η Βρετανία, η οποία είχε επιπλέον τη στήριξη των ΗΠΑ, η Αθήνα δεν μπορούσε να υπολογίζει στη συμπαράσταση των συμμάχων της στο ΝΑΤΟ.

Με αυτά τα δεδομένα, η έμφαση δόθηκε σε τρίτες χώρες. Το έργο δεν ήταν εύκολο διότι γι’ αυτές το Κυπριακό ήταν ασήμαντο ή ακόμα και σχεδόν άγνωστο ζήτημα, το οποίο εξελισσόταν σε μια μακρινή για τις ίδιες περιοχή (την Ανατολική Μεσόγειο) και μάλιστα δυνητικά μπορούσε να απειλήσει την περιφερειακή ειρήνη και ασφάλεια. Επομένως, η φυσική τάση των μη άμεσα ενδιαφερόμενων κυβερνήσεων ήταν να μείνουν όσο το δυνατόν πιο μακριά από την καυτή διαμάχη.

Ετσι, ο υπ. Συγκοινωνιών και Δημοσίων Εργων Γ. Ράλλης στάλθηκε σε περιοδεία σε τρία σκανδιναβικά κράτη, ο υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου Γρ. Κασιμάτης σε πέντε χώρες της Απω Ανατολής, ο πρόεδρος της Βουλής Κων. Ροδόπουλος στην Ιβηρική Χερσόνησο και στην Αυστρία. Αλλά και ο Πέτρος Γαρουφαλιάς, άλλοτε υπουργός στις κυβερνήσεις του Κέντρου και στενότατος φίλος και συνεργάτης του Γ. Παπανδρέου (επομένως, πολιτικό στέλεχος της αντιπολίτευσης), στάλθηκε στη Σοβιετική Ενωση και σε άλλες χώρες του ανατολικού συνασπισμού.

Αντίστοιχες αποστολές ανέλαβαν και τρεις διακεκριμένοι πρέσβεις. Ο Βασ. Παπαδάκης περιόδευσε σε δώδεκα αφρικανικά κράτη, ο Αλέξης Λιάτης σε έξι χώρες της Απω Ανατολής και ο Ν. Χατζηβασιλείου σε όλα τα κράτη της Λατινικής Αμερικής. Παράλληλα, οι πρεσβευτές της Ελλάδας όπου γης έλαβαν εντολή να προχωρήσουν σε συστηματική προβολή των ελληνικών θέσεων για το Κυπριακό και μάλιστα δίχως να περιορίζονται στη χώρα όπου βρισκόταν η έδρα τους. Για την προώθηση αυτών των θέσεων όφειλαν να πραγματοποιήσουν επισκέψεις και σε όλα τα γειτονικά κράτη, στα οποία ήταν διαπιστευμένοι. Με αυτή την απλή μέθοδο θα πολλαπλασιαζόταν ο απόηχος του ελληνικού μηνύματος και θα καλυπτόταν, έστω εν μέρει, το μειονέκτημα της σημαντικά περιορισμένης ελληνικής διπλωματικής εκπροσώπησης σε σύγκριση με την αντίστοιχη βρετανική στα πέρατα της υφηλίου.
Τα θετικά αποτελέσματα της δημόσιας διπλωματίας για το Κυπριακό φάνηκαν στη συζήτηση της τρίτης και ακόμα περισσότερο της τέταρτης ελληνικής προσφυγής που κατατέθηκε το 1957. Στην περίπτωση, μάλιστα, της τέταρτης ελληνικής προσφυγής κατορθώθηκε το σχεδόν ακατόρθωτο. Το ελληνικό σχέδιο Απόφασης για το Κυπριακό, το οποίο αναφερόταν ρητά στην εφαρμογή στην Κύπρο του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών, εξασφάλισε τη σχετική πλειοψηφία στη Γενική Συνέλευση: 31 ψήφοι υπέρ, 23 κατά, 24 αποχές, 4 απουσίες. Ηταν το καλύτερο αποτέλεσμα που είχε ποτέ αντίστοιχη ελληνική προσφυγή. Και η επιτυχία οφειλόταν και στις εκστρατείες ενημέρωσης κυβερνήσεων στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και κατ’ επέκταση της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Αξιζε τον κόπο.
 
* Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το βιβλίο του με τίτλο «Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, 1821-1923» κυκλοφορεί από τις εκδ. Πεδίο.