ΑΠΟΨΕΙΣ

Η επιστροφή ενός ξένου

Ξανά και ξανά και ξανά… Οσο επιστρέφει κανείς στον Ταρκόφσκι, τόσο αφήνει εκκρεμότητες για την επόμενη φορά. Ισως γιατί καθώς κι εμείς μεγαλώνουμε, βλέπουμε πλευρές και εντοπίζουμε στιγμές που την, κάθε, προηγούμενη φορά είχαν περάσει απαρατήρητες. Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του παραμένει μοναδικός στην ικανότητά του να δίνει μορφή στα όνειρα. Το είχε εντοπίσει ο Μπέργκμαν και το κατέγραψε στις αναμνήσεις του στη «Μαγική κάμερα». «Οταν η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ, είναι ένα όνειρο. Γι’ αυτό ο Ταρκόφσκι είναι ο μοναδικός. Μετατοπίζεται στον χώρο των ονείρων με άνεση· δεν εξηγεί τίποτα, άλλωστε τι θα μπορούσε να εξηγήσει; Είναι ένας ονειροπόλος που πέτυχε να σκηνοθετήσει τα οράματά του χάρη στο πιο βαρύ, αλλά ταυτόχρονα και το πιο ευκίνητο απ’ όλα, μέσο επικοινωνίας. Χτύπαγα σε όλη τη ζωή μου την πόρτα αυτών των τόπων, όπου αυτός κινείται με τόση άνεση». 

Ο σκηνοθέτης του ονείρου, λοιπόν. Ο χαρακτηρισμός θα μπορούσε να είναι περιοριστικός ή λίγος, καθώς η πολλή χρήση του «ονείρου» έχει αφαιρέσει από το εύρος και έχει περιορίσει το βάθος. Ομως το ντοκιμαντέρ του γιου του Αντρέι Αντρέγεβιτς Ταρκόφσκι με τίτλο «Αντρέι Ταρκόφσκι. Σινεμά σαν προσευχή», που θα προβληθεί την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου στο 26ο Διεθνές Φεστιβάλ της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» και μέσα στον ίδιο μήνα στις αίθουσες, προσθέτει ακόμη μία παράμετρο στο όνειρο: τον στοχασμό.

Παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ –στο οποίο ο ίδιος ο μεγάλος δημιουργός αφηγείται τη ζωή του, τα βιώματά του, τις αρχές που τον καθοδηγούσαν στη δημιουργία και μιλάει για όσα τον ενέπνεαν και όσα τον απωθούσαν– αντιλαμβανόμαστε το βάσανο, την οδύνη, που ανοίγει την πόρτα στο όνειρο. Ο λόγος ντύνεται με σπάνιο οπτικοακουστικό υλικό, ακούμε ακόμη και ηχογραφημένα ποιήματα του Αρσένι Ταρκόφσκι (με τη δική του φωνή), πατέρα του Αντρέι, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. «Ξεκίνησα να γυρίζω αυτή την ταινία επιθυμώντας να μεταφέρω τον θεατή στις απαρχές της σκέψης του κινηματογραφιστή, να μοιραστώ μαζί του τα συναισθήματα που προξενεί η επαφή με έναν μεγάλο καλλιτέχνη, έναν μεγάλο άνθρωπο, έναν μέντορα στη ζωή, όπως ήταν ο πατέρας μου», λέει ο γιος σκηνοθέτης. Τρεις Ταρκόφσκι στη σειρά. Ο θαυμασμός, ιεραρχικός, του μικρότερου προς τον μεγαλύτερο, είναι ένα νήμα ορατό αλλά και την ίδια στιγμή αδιόρατο. Πώς γίνεται αυτό; Βουτάει στις αισθήσεις και αναδύεται αναβαπτισμένο. Δεν είναι δεσμευτικό γιατί είναι διεισδυτικό. Ο καθένας εμπεριέχει τον άλλον. Ο πατέρας τον γιο, ο γιος τον πατέρα. 

Είναι αυτό που ακούμε τον Ταρκόφσκι να λέει πάνω σε σκηνές από τον «Αντρέι Ρουμπλιόφ»: «Εκεί που αισθάνεται κανείς αποκαμωμένος, το βλέμμα του συναντάει απροσδόκητα το βλέμμα κάποιου άλλου και νιώθει καθαγιασμένος, ανακουφισμένος». Κάπως έτσι φαίνεται ότι πορεύτηκαν οι τρεις αυτές γενιές· αντλώντας κουράγιο και έμπνευση ο ένας από τον άλλον.

Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι που δεν είναι γνωστό στη βιογραφία και στη φιλμογραφία του Ταρκόφσκι. Δεκάδες οι εκδόσεις και οι αναγνώσεις του έργου του, η σχέση του με τη θρησκεία/θρησκευτικότητα/πίστη, τη δημιουργία, οι συμβολισμοί στις ταινίες του και οι ερμηνείες τους, η γη και το νερό, το παιδί και η γυναίκα, η ποίηση και η Αγία Γραφή, η φωτιά και η τρέλα, η μύηση, η ενδοσκόπηση, η μυσταγωγία. 

Δεν στέκεται κανείς εύκολα μέσα στον κόσμο του Ταρκόφσκι. Ο ιστορικός και κριτικός του κινηματογράφου Αντουάν ντε Μπεκ είχε γράψει ότι «αν ο θεατής αρνείται τη μύηση, σταδιακά αποπέμπεται». Συμβάλλουν σε αυτό η βραδύτητα και το βάρος στις ταινίες του. Ο Ταρκόφσκι δεν συνεργάζεται στις «συμπαθητικές προσεγγίσεις». «Το μαζικό κοινό είναι μισή ευλογία, γιατί αυτοί που εντυπωσιάζονται πιο εύκολα από τη μαγεία και τον νεωτερισμό είναι τα αδρανή τμήματα του πληθυσμού», ισχυριζόταν.

Γι’ αυτό και το ντοκιμαντέρ δίνει στο αδιάλλακτο και μοναδικό τη δυνατότητα της κατανόησης. Χωρίς να προδίδει το μυστήριο, αναδεικνύει τη στοχαστική πλευρά του ονείρου. Την έμφαση του Ταρκόφσκι στην προσωπική ευθύνη, στην αμετακίνητη άποψή του ότι «το χειρότερο είναι όταν αρχίζουμε να μαχόμαστε το κακό όχι μέσα μας αλλά μέσα στους άλλους». 

Αυτός ο «ξένος στο σινεμά» επιστρέφει όχι περισσότερο οικείος. Οταν όμως συναντάμε το βλέμμα του, νιώθουμε λιγότερο μόνοι.