ΑΠΟΨΕΙΣ

Θαυμαστής μετά θάνατον…

Ηταν πράγματι σπουδαίος άνθρωπος. Αλλά πολύ σεμνός. Δάσκαλος που μιλούσε τακτικά για τον καθηγητή του Ευάγγελο Παπανούτσο, αυτόν τον μεγάλο παιδαγωγό που λάμπρυνε τα ελληνικά γράμματα και την πραγματική διανόηση. 

Ηταν τέσσερα αδέλφια, όλα ισοϋψή, αλλά με ψηλό σθένος και καρδιά. Ο δάσκαλος, ως μεγαλύτερος, βοηθούσε και τα άλλα αδέλφια και γι’ αυτό άλλωστε επέλεξε την παιδαγωγική, που ήθελε τότε λιγότερα χρόνια για να λάβεις το πτυχίο. Ο πατέρας τους ήθελε να μάθουν γράμματα, να ξεφύγουν από τη μίζερη ζωή του γαλατάδικου και του χωριού. Κράτησε μόνο το ένα να συνεχίσει τη δουλειά του. Ο δάσκαλος έπρεπε να νοικοκυρευτεί. Παντρεύτηκε λοιπόν την κόρη ενός πλούσιου της περιοχής.

Στον πόλεμο του 1940 πολέμησε κι αυτός στην Αλβανία, ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Ανταλλαγή γραμμάτων για παρηγοριά και μέσω των γραμμάτων έπαιρνε κουράγιο η γυναίκα του, στην οποία είχε διδάξει και τα πρώτα γράμματα. Ηταν πολύ δύσκολα χρόνια και οι θυγατέρες ήταν για το σπίτι για δουλειά. Δεν είχε προλάβει να τελειώσει ο πόλεμος με τους Ιταλογερμανούς και άρχισε ο Εμφύλιος. Ακόμα πιο σκληρός, ως αδελφοκτόνος. Ο δάσκαλος κινδύνευσε τρεις φορές, τη μία όταν του ζήτησαν οι Ιταλοί να μαζέψει τα αυγά από τους χωριάτες και όταν αρνήθηκε, του έβαλαν το πιστόλι στον κρόταφο. Δεν κιότεψε όμως. Δεν την ήξερε αυτή τη λέξη. Τη δεύτερη, όταν σε εισβολή στη Λευκάδα του ΕΑΜ, τον έσωσε ο «καπετάν Κόρακας», ο Παντελής Λιότσος, φίλος του από το γυμνάσιο. 

Την τρίτη μετά τη λήξη του Εμφυλίου, όταν κάποιοι ακροδεξιοί τον κάλεσαν να συμπράξει μαζί τους και αρνήθηκε, και τότε τον έκλεισαν στη φυλακή για λίγο, όπως πληροφορήθηκα από τον αδελφό του. Ποτέ, άλλωστε, ο ίδιος δεν μιλούσε για εκείνη την εποχή. Ηθελε να την ξεχάσει. Μόνο μιλούσε για τον «καπετάν Κόρακα», τον φίλο του που έγινε δικηγόρος. Πιστός στο καθήκον του όπου υπηρέτησε. Ηθελε τα παιδιά του σχολείου να μάθουν να σέβονται και απέδιδε τεράστια προσοχή σε αυτό. Να γίνουν καλοί πολίτες. Χρήσιμοι στην κοινωνία. Κάποτε ήρθε η ώρα να συνταξιοδοτηθεί. Περίμενε πώς και πώς αυτή τη στιγμή να αποσυρθεί στη Λευκάδα, στο κονάκι του. Διαβάζοντας συνεχώς και λύνοντας σταυρόλεξα. Αμέτρητα. Και στο σχολείο του χωριού είχε βάλει μέχρι και μελίσσια και με τα χρήματα που μαζεύονταν σε έναν κουμπαρά και από τις εποχικές απασχολήσεις των μαθητών, στο μάζεμα ελιάς, αγόραζε ό,τι ήταν απαραίτητο για το σχολείο. Μέχρι μπάλες και σκυτάλες. Και πάντοτε τηρούσε ευλαβικά τις εθνικές γιορτές, με τα παιδιά να δίνουν το «παρών» με απαγγελίες φορώντας τις εθνικές ενδυμασίες. 

Δεν πρόλαβε, όμως, να χαρεί τη σύνταξή του. Τον πρώτο καιρό δεν έδωσε σημασία στα συμπτώματα. Μετά η κατάσταση χειροτέρευε και έπρεπε να κάνει εγχείριση. Εκανε όχι μία, αλλά δύο, πολύ επώδυνες. Σημείωνε όμως, όπως έκανε πάντα, σε ένα μπλοκάκι τα καθημερινά συμβάντα, συνήθως ιατρικά, τα τελευταία δραματικά χρόνια. Αντεχε όμως. Το συνήθισε κι αυτό. Στωικός, καλόκαρδος και χωρίς ποτέ να πει μια κακή κουβέντα για κανένα. Τους συμπαθούσε όλους και τους έβλεπε με κατανόηση. Τους συμπονούσε και συνέπασχε με τον πόνο τους, που γινόταν και δικός του καημός. Ξένος πόνος ξώδερμος. Κανείς δεν ξέρει τι προβλήματα κουβάλαγε ο καθένας. Και μετά μερικά χρόνια τον χτύπησε πάλι ο καρκίνος. Αλλη πολύ επώδυνη εγχείριση και άνοιξαν νέα τρύπα στον λάρυγγα. Αλλη αγιάτρευτη πληγή, άλλο βασανιστικό μαρτύριο. Τώρα δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει, παρά μόνο με νοήματα. Εξακολουθεί όμως να λύνει τα σταυρόλεξά του. Ηταν όμως εκνευριστική η κατάσταση με αυτές τις χαίνουσες τρύπες-πληγές.

Βολεύτηκε ξανά και με το γράψιμο που το είχε συνήθειο από παλιά. Αλλο όμως να γράφεις τι ξόδεψες τον μήνα και τι βάζεις στην άκρη για κομπόδεμα και άλλο αυτό το βασανιστικό ερώτημα για τη ζωή και τα βάσανα που σου επιφυλάσσει. Να γράφεις τους καημούς και τους υπολογισμούς για τη ζωή. Τον καθημερινό απολογισμό που ήταν δυσβάστακτος. Κι όμως, τον σήκωνε ψηλά στα αστέρια και πίστευε πάντα στον Θεό. Δεν παραπονιόταν. Ακόμα κι όταν έπαιρνε το λεωφορείο και πήγαινε μόνος του στον «Ευαγγελισμό» για να ξεβουλώσουν την τρύπα που τον έπνιγε. Χωρίς παράπονο. Μοιρολατρικός ή γενναίος άραγε, αναρωτήθηκα μετά γι’ αυτόν τον άνθρωπο που όλη του τη ζωή πάλευε με τη ζωή και τις δυσκολίες της. Δεν λιγοψύχησε όμως. Δεν ταίριαζε στην αξιοπρέπειά του να γονατίζει. Κι ακόμα όταν για πολλοστή φορά ξαναπήγε στο νοσοκομείο γιατί ο μεταστατικός τώρα καρκίνος είχε κτυπήσει και το συκώτι, την τελευταία ώρα που διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, έπεσε σε έναν βαθύ λήθαργο και δεν ξαναξύπνησε. Τον λυπήθηκε ο Θεός και τον πήρε μαζί του, μαζί με όλες τις αναποδιές μιας ζωής. Αξιοπρεπής μπροστά στον θάνατο, που τον έβλεπε σαν λύτρωση πλέον. Δεν κιότεψε λοιπόν αυτός ο άνθρωπος, ο ολιγαρκής στη ζωή και τόσο επαρκής σε πνευματικά αγαθά. 

* Ο κ. Δημήτρης Παξινός είναι πρώην πρόεδρος ΔΣΑ.