ΑΠΟΨΕΙΣ

«Μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά»…

«Μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν αυτά». Νά μια φρασούλα που αποτελεί
ταυτόχρονα ένα από τα πιο άθραυστα κλισέ μας, ένα σκληρό ιδεολόγημα
(παραπροϊόν του δογματισμού που συχνά μας διακατέχει, ακόμα και
στις φιλικότερες σχέσεις μας) και, ως εκ τούτου, έναν αστικό μύθο.
Δεν θα πρέπει να είναι πολλές οι μέρες στη ζωή μας που να μην το
διαβάσαμε κάπου, σε εφημερίδα, σε περιοδικό ή στο διαδίκτυο, ή να
μην το ακούσαμε – σαν σλόγκαν που κολλάει στο μυαλό όπως οι τσίχλες
στα δόντια ή σαν συλλογικό γλωσσικό τικ. Και το λένε χείλη επίσημα
και ανεπίσημα, «επώνυμα» και «ανώνυμα», ώριμα και αστόχαστα,
πεπαιδευμένα και ακαλλιέργητα, άγνωστά μας ή γνώριμα· από την
τηλεόραση, το ραδιόφωνο ή τον εκκλησιαστικό άμβωνα· και στον
περίγυρό μας. Το ιντερνετικό ψαχτήρι δεν λέει βέβαια την αλήθεια
και μόνον την αλήθεια, αφού χρειάζεται γερό ξεκαθάρισμα για να πεις
ότι κάποια ένδειξη διαθέτεις, αν πάντως πληκτρολογήσεις «μόνο στην
Ελλάδα γίνονται αυτά» προκύπτουν 5.010.000 αποτελέσματα, ενώ με τη
μορφή «μόνο στην Ελλάδα αυτά» οι απαντήσεις αυξάνονται σε
16.000.000.

Κι έρχονται στιγμές που ακούμε τον ίδιο μας τον εαυτό, αν και άλλα
λέει ότι πιστεύει, να αναχαράζει κι αυτός τον κοινόχρηστο αφορισμό·
λες και χωριζόμαστε απότομα στη μέση, από δω οι στέρεες ιδέες και
οι δηλωμένες αντιλήψεις μας, από κει τα φευγαλέα αισθήματά μας ή οι
εντυπώσεις της στιγμής, που επικρατούν έστω προσωρινά. Μολονότι
λοιπόν προσπαθώ να αποφεύγω τις γενικεύσεις, ως άστοχες και άδικες,
φτάνω να πιστεύω πως δεν υπάρχει Ελληνας που να μην ενέδωσε κάποια
στιγμή, να μην μπήκε στο ρεύμα, συμφωνώντας και αυτός ότι «μόνο
στην Ελλάδα γίνονται αυτά τα πράγματα». Οπου το «αυτά» έχει την
ιδιότητα του σύμπαντος, όπως την προσδιορίζουν οι περισσότεροι
αστρονόμοι: διαστέλλεται αενάως, ώστε να μην αφήσει τίποτε απέξω.
Να χωρέσει τα καλά και τα κακά. Τα άξια και τα ανάξια. Τα τιμητικά
και τα μειωτικά.

Συνήθως βέβαια τη φράση αυτή τη λέμε για τα κακά που πέφτουν στην
αντίληψή μας, και ο στόχος μας είναι στηλιτευτικός. Επειδή ωστόσο
«τα γονίδιά μας είναι νικηφόρα» και δεν βολεύονται με τίποτα
λιγότερο από την πρωτιά, όταν λέμε ότι «μόνο στην Ελλάδα…» είναι
σαν να διεκδικούμε την πρωτοπορία ακόμα κι όταν αυτή δεν
συνοδεύεται από δάφνινο στεφάνι αλλά από χλεύη. Για παράδειγμα,
λέμε (ή τέλος πάντων το λένε όσοι έχουν το χούι να κυκλοφορούν
μονίμως με τον δείκτη της δεξιάς επιτιμητικά υψωμένο, σε αρμονία με
το βλοσυρό βλέμμα τους) ότι μόνον στην Ελλάδα προπηλακίζουμε τους
πολιτικούς. Οτι μόνο εδώ τους πετάμε γιαούρτια και τους χαιρετάμε
με ανοιχτό τον πενταδάχτυλο. Ξαναθυμίζω ότι ο Ν.Γ. Πολίτης έγραψε
το 1914 στη «Λαογραφία» ολόκληρο μελέτημα για τα πατροπαράδοτα
«Υβριστικά σχήματα», ένα εξαιρετικό κείμενο με τον υπότιτλο
«Σφάκελο, μούντζα, πούλος, σαμάρκο». Η μακρά ιστορία τους δεν τα
αθωώνει, πιστοποιεί πάντως ότι τα σχήματα της εκπομπεύσεως δεν
εμφανίστηκαν «μόλις τώρα» στην τάχα εκφυλισμένη πατρίδα μας.

Μόνο στην Ελλάδα λοιπόν; Και τότε τι είναι και τι θέλουν να πουν
όλες αυτές οι εικόνες με τις οποίες μας εφοδιάζουν ανελλιπώς τα
πρακτορεία ειδήσεων; Και δεν τις αναφέρω σαν εθνικό μας άλλοθι ούτε
ενστερνιζόμενος την όποια διαπομπευτική λογική, αλλά απλώς για να
υποδειχθεί το κατά τα λοιπά ολοφάνερο, πως ο μανιχαϊσμός βλάπτει
σοβαρά την πνευματική υγεία. Τούρτες λοιπόν εκτοξευόμενες κατά
πολιτικών όπου γης (και στην πεπολιτισμένη Δύση), παπούτσια (υλικό
σήμα της έσχατης περιφρόνησης κατά τον κώδικα ορισμένων λαών)
εναντίον ηγετών διεθνούς κύρους, γιαούρτια εναντίον διασήμων (έστω
και όχι τα ελληνικά, παγκοσμίως φημισμένα πλέον), και μάλιστα όχι
μόνο πολιτικών. Μήπως ήταν Ελληνες μεταμφιεσμένοι σε Βέλγους οι δύο
νεαροί που πέταξαν αυγά στον πρόεδρο της Κομισιόν Ζοζέ Μανουέλ
Μπαρόζο, στη Λιέγη, είκοσι μέρες πριν, σε ημερίδα για το μέλλον της
Ευρώπης, αφού πρώτα τον κατήγγειλαν για την πολιτική της λιτότητας
και για το θάνατο των μεταναστών κοντά στη Λαμπεντούζα;

Ναι αλλά «μόνο στην Ελλάδα» -θα συνεχιστεί η επίκριση- η διαφθορά
δεν έχει αφήσει τίποτε άθικτο, κανέναν θεσμό, κανένα κομμάτι της
κοινωνίας. Καμιά αντίρρηση πως ο ατομισμός/φιλοτομαρισμός έχει
διαβρώσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τον κόσμο γύρω μας (και μέσα μας),
αλλά ούτε αυτό είναι αποκλειστικό εθνικό μας γνώρισμα· ούτε σε αυτό
το άθλιο άθλημα έχουμε καπαρωμένα τα πρωτεία. Θυμίζω τρία μονάχα
σημαδιακά κεφάλαια από το απέραντο βιβλίο της διεθνούς ψυχικής
φθοράς και διαφθοράς. Πρώτα, το λίαν εκτεταμένο (γεωγραφικά και
χρονικά) σκάνδαλο παιδεραστίας που έχει απογυμνώσει έναν
οικουμενικού βεληνεκούς θεσμό, την Καθολική Εκκλησία. Δεύτερον, την
καταδίκη σε επταετή κάθειρξη του πρώην προέδρου του Ισραήλ Μοσέ
Κατσάβ για βιασμό και σεξουαλική παρενόχληση εις βάρος υφισταμένων
του γυναικών. Και τρίτον, την περυσινή παραίτηση του Γερμανού
προέδρου Κρίστιαν Βουλφ λόγω της πιθανολογούμενης εμπλοκής του σε
οικονομικό σκάνδαλο.

Ας το ξαναπώ για να μην παρεξηγηθώ: Η υπόμνηση αλλοτρίων κακών δεν
αποσκοπεί στο μηδενισμό της σημασίας των οικείων κακών ή έστω στο
μετριασμό της. Να γκρινιάζουμε όσο θέλουμε για την πατρίδα μας,
αφού και αυτό δεν είναι παρά μια στρεβλή έστω εκδήλωση της έγνοιας
μας για τη μοίρα της. Να μεμψιμοιρούμε όσο τραβάει η όρεξή μας (εν
μέρει αυτοφαγική). Να την κρίνουμε ανελέητα, κρατώντας ωστόσο κι
ένα κομμάτι της αυστηρότητάς μας για τον εαυτό μας. Μόνο που
χάνουμε το μισό δίκιο μας, άρα και τις ελπίδες μας ότι κάτι θα
πετύχουμε με την κριτική μας, όσο εμπιστευόμαστε σχήματα υπερβολής
του τύπου «μόνο εδώ και πουθενά αλλού», που εντέλει λειτουργούν
απαλλακτικά. Δεν είναι στη δική μας μερίδα όλα τα «πρωτοφανή», τα
«κορυφαία», τα «ανεπανάληπτα» της αρετής ή της κακίας. Κάτι μένει
και για τους άλλους λαούς, κάπου βάζουν κι αυτοί την υπογραφή τους
στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Την αμφιθυμία μας έναντι της πατρίδας μας αποτυπώνει και το
δημοφιλές «μόνον εδώ». Της γκρινιάζουμε, της παραπονιόμαστε, αλλά
ακόμα και η γκρίνια και το παράπονό μας έχουν ένα καμάρι μέσα τους.
Είναι σαν ο θρήνος μας να κρύβει εντός του τον αίνο, όπως σε ένα
νόμισμα που γυρνάει ταχύτατα και οι παραστάσεις των δύο πλευρών
συγχωνεύονται. Ισως τελικά το ρεφρέν μας, η επωδός μας, το «μονάχα
εδώ», δεν είναι παρά επωδή; ένα μαγικό ξόρκι που το λέμε και το
ξαναλέμε μήπως και αποδώσει. Κι ας ξέρουμε ότι τα ξόρκια δεν
φέρνουν προκοπή.