ΑΠΟΨΕΙΣ

Βασιλιάδες και στο κρεβάτι…

Με παρεμφερές εξώφυλλο κυκλοφορούν το περιοδικό της γαλλικής
εφημερίδας Le Monde (αύριο) και εκείνο της γερμανικής εφημερίδας
Die Zeit (σήμερα). Στο γαλλικό απεικονίζονται οι σωσίες των ηγετών
των δύο χωρών να τρώνε στο κρεβάτι, αγκαλιά, πρωινό· κρουασάν και
πρέτσελ. Τίτλος εξωφύλλου «Σ’ αγαπώ (στα γερμανικά), εγώ όμως όχι
(στα γαλλικά)». Στο γερμανικό, η σωσίας της κ. Μέρκελ, ξαπλωμένη
μπροστά στο τζάκι, με γούνα και ένα ποτήρι σαμπάνια στο χέρι, να
ακουμπά -μάλλον μισομεθυσμένη- πάνω στον σωσία του κ. Ολάντ. Στον
τίτλο διερωτώνται «εάν αυτό που ζουν είναι αγάπη».

Οι εικόνες (της γνωστής Βρετανίδας φωτογράφου Αλισον Τζάκσον),
προκάλεσαν ζωηρές αντιδράσεις, καθώς θεωρήθηκε ότι γελοιοποιούν
τους δύο ηγέτες, αλλά και αναλύσεις για το τι ακριβώς διακωμωδούν ή
στηλιτεύουν.

Τα μηνύματα πράγματι είναι ποικίλα. Καταρχήν, κατά δήλωση των
εμπνευστών της ιδέας, έγινε μια προσπάθεια να εικονογραφηθεί με
χιούμορ η 50ετής πολυκύμαντη γαλλογερμανική σχέση – κατ’ άλλους ο
κλονισμένος «γάμος από ανάγκη» των δύο ισχυρότερων χωρών της
Ευρωζώνης, με τη Γερμανία στη θέση του απόλυτου κυρίαρχου της Ε.Ε.
και τη Γαλλία αποδυναμωμένη,παραγκωνισμένη και με πολλά εσωτερικά
προβλήματα. Δεύτερο ζητούμενο ήταν ενδεχομένως η έκπληξη. Η τόλμη
στον τρόπο προσέγγισης του θέματος επέτρεψε να αποκαλυφθεί ότι
ακόμα και οι ηγέτες είναι κοινοί θνητοί, που τρώνε χαλαρά στο
κρεβάτι ή «γίνονται λιώμα» από το ποτό το βράδυ· ότι ακόμα και οι
ύψιστοι διαχειριστές της εξουσίας διαθέτουν μια ανθρώπινη διάσταση,
υπόκεινται κι αυτοί στους πεζούς κανόνες της αποσυμπίεσης από την
καθημερινότητα. Σκοπός ήταν σίγουρα να προκληθεί γέλιο: από την
αντίφαση μεταξύ της περίοπτης θέσης όπου η κοινωνία τοποθετεί τους
ηγέτες της και της εγκατάλειψης σε γήινες -ή οριακές για έναν
τιμονιέρη- απολαύσεις. Βασιλιάδες στο κρεβάτι, στο πάτωμα. Αλλά και
να κολακευθούν οι αναγνώστες, που κατά έναν τρόπο συμμετέχουν,
μοιράζονται στιγμές από την κρυφή ιδιωτική ζωή των ηγετών τους. Οτι
η Μέρκελ, που δεν είναι η Μέρκελ, αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να
είναι, φοράει μπεζ ρομπίτσα και δεν αποχωρίζεται τις πέρλες της
ούτε και στον ύπνο, ότι ο Ολάντ διατηρεί τη σκούρα γκρι «στολή
γραφείου» ακόμη και στην κρεβατοκάμαρα κ.ο.κ. Ολα αυτά συμβάλλουν
με τρόπο ώστε η άσκηση των καθηκόντων τους να μοιάζει τόσο φυσική
όσο και οι ενδυματολογικές ή γευστικές τους προτιμήσεις.

Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει περίπτωση η προσπάθεια των δημιουργών
των εικόνων να έχει το αντίθετο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Δηλαδή, αντί να ασκήσει κριτική στην πολιτική που ακολουθούν, να
την «αθωώσει», αντί να απογυμνώσει τις προσωπικότητες από τη λάμψη
τους, να την ενισχύσει. Καθώς τους εμφανίζει περισσότερο σαρκικούς,
άρα περισσότερο γήινους, ανθρώπινους, ενδέχεται να τους κάνει πιο
συμπαθητικούς, πιο αγαπητούς, άρα πιο αποδεκτούς από τους
αναγνώστες, παγιδεύοντας τους τελευταίους σε μια αίγλη ισχυρότερη,
εξαιτίας της σύνθεσης δύο φωτοστέφανων, του άρχοντα και του
ανθρώπου της διπλανής πόρτας.