ΑΠΟΨΕΙΣ

Επιδόματα υπογεννητικότητας

Μείωση κατά 5,5‰ καταγράφηκε στον πληθυσμό της Ελλάδας το 2012, τη
στιγμή που εκείνος της Ε.Ε. αυξήθηκε κατά 2,2‰, σύμφωνα με τη
Eurostat. Στην Ελλάδα ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 60.500 άτομα το
2012· 44.200 εγκατέλειψαν τη χώρα, ενώ καταγράφηκαν 116.700 θάνατοι
και 100.400 γεννήσεις (το 2011 είχαν καταμετρηθεί 107.200
γεννήσεις, το 2010 114.766, το 2009 117.933, το 2008 118.302).
Είναι εμφανής η καθοδική πορεία του αριθμού των γεννήσεων (το 17% –
18% αυτών από μετανάστριες). Στις υπερχρεωμένες ευρωπαϊκές χώρες η
κρίση ενέτεινε το πολυπαραγοντικό πρόβλημα της υπογεννητικότητας,
που έβαινε κλιμακούμενο (Ελλάδα, 1980: 144.000 γεννήσεις).

Συχνά ως λύση προτείνεται η αύξηση των επιδομάτων. Ωστόσο, τα
επιδόματα από μόνα τους δεν επηρεάζουν τις δημογραφικές τάσεις,
διότι δεν επαρκούν. Χρειάζεται μια άλλη αντίληψη –και ειδικός
σχεδιασμός– για την εμπλοκή του κράτους στον βιοτικό αγώνα των
πολιτών, στην προσπάθεια ανδρών και γυναικών να ανταποκριθούν
ισορροπημένα στις υποχρεώσεις τους. Οι γονείς, ή ο γονιός (οι
μονογονεϊκές οικογένειες αυξάνονται ολοένα) πρέπει να διευκολύνεται
ουσιαστικά: με μακρές αμειβόμενες γονικές άδειες, ποιοτικότερες
υπηρεσίες για τη φύλαξη των παιδιών, ακόμη και κατ’ οίκον βοήθεια
από βρεφοκόμους. Βέβαια, όλα αυτά απαιτούν βαθιές και καλά
μελετημένες αλλαγές σε υποδομή και οργάνωση, εκπαιδευμένους
δημόσιους υπάλληλους, δηλαδή συμμετοχή του κράτους στη ζωή λάστιχο,
στα υπερ-ωράρια, σε όλο το οδυνηρό κουβάρι των καθημερινών αναγκών
των πολιτών. Το ελληνικό κράτος δεν μοιάζει να θέλει να έχει μια
τέτοια ευθύνη. Δίνει κάποιο επίδομα, εάν δίνει στην παρούσα φάση
οξείας δημοσιονομικής κρίσης, και ξεμπερδεύει. Από την άλλη, εάν
δεν υπάρξουν μέτρα πολλαπλής στήριξης της νεαρής οικογένειας
(Σουηδία, Γαλλία) δεν πρόκειται να σταθεροποιηθούν οι δείκτες
γονιμότητας.

Διότι η μείωση των γεννήσεων (την οποία απλώς επέτεινε η κρίση)
πηγαίνει χέρι με χέρι με τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην
κοινωνία. Τα ανεπτυγμένα κράτη μετατρέπονται σε χώρες γερόντων, και
όχι λόγω μείωσης του ΑΕΠ, αλλά μάλλον το αντίστροφο. Σίγουρα ένα
παιδί έχει κόστος και απαιτεί χρόνο, παράγοντες όμως που
μεταβάλλονται ανάλογα με την κοινωνικοοικονομική θέση, τις
προτιμήσεις, την ιδεολογία, το θρήσκευμα των γονιών. Οσοι
προέρχονται από εύπορα περιβάλλοντα τείνουν να αποκτούν λιγότερα
παιδιά, ενώ το αντίθετο συνήθως συμβαίνει με όσους προέρχονται από
ασθενέστερα στρώματα. Η τάση περιορισμού της οικογένειας άρχισε από
τις πλέον μορφωμένες και ευκατάστατες τάξεις και διαδόθηκε στις
κατώτερες. Τα λιγότερα παιδιά φάνηκε ότι επιτρέπουν τη γρηγορότερη
και ευκολότερη κοινωνική ανέλιξη. Και από ζήτημα οικονομικό έγινε
ιδεολογικό, πνευματικό, αποτέλεσμα της απελευθέρωσης από στερεότυπα
ζωής, του ατομικού ευδαιμονισμού που αποκλείει την ανάληψη
υποχρεώσεων, εξασθενίζοντας την αυτοδέσμευση της διαιώνισης.

Οι πιο εξελιγμένες κοινωνίες συγκρατούν τη μείωση των γεννήσεων με
εξεζητημένα πολυσχιδή μακρόπνοα ακριβά προγράμματα· οι υπόλοιπες
οδηγούνται αργά στη συρρίκνωση και αν κάτι μοιάζει να έρχεται από
το μέλλον είναι η πλημμυρίδα των μεταναστών από τις φτωχές χώρες
που κατευθύνεται αμείωτη προς τις γαίες των γερόντων και της
ευημερίας. Ισως τελικά, για τα πολιτικά επιτελεία, αυτή να είναι η
ρεαλιστικότερη λύση.