ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν η φαυλότητα είναι «διακομματική»

Καλά θα κάνουν οι κ. Σαμαράς και Βενιζέλος να ασχολούνται λιγότερο
με τον «αχαλίνωτο» λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ και να στραφούν στο ίδιο
φαινόμενο, που παρατηρείται σε σημαντική μερίδα βουλευτών τους. Στο
κάτω κάτω της γραφής, αποτελεί κανόνα στα πολιτικά μας πράγματα η
εκάστοτε αντιπολίτευση να εναντιώνεται σε όλα τα «αντιλαϊκά» μέτρα
της κυβέρνησης και να υπόσχεται τα πάντα στους κάθε λογής
«θιγόμενους» ή «αδικημένους». Αξεπέραστος μετρ του είδους υπήρξε ο
Ανδρ. Παπανδρέου, με κακέκτυπο, σήμερα, μιμητή του τον κ. Τσίπρα,
αλλά συνοδοιπόρησαν και οι μεταγενέστεροι πολιτικοί αρχηγοί.
(Συμπεριλαμβανομένου και του προ 3ετίας «αντιμνημονιακού» κ. Αντ.
Σαμαρά.) Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο ακατάσχετος λαϊκισμός
δέχεται απρόσμενες και μεγάλες δόσεις «σύνεσης», αμέσως μόλις η
αντιπολίτευση επωμισθεί την ευθύνη της εξουσίας. Τούτο, όμως,
συντελείται πειθαναγκαστικά και ήκιστα πειστικά, για τους
«παραπλανηθέντες ψηφοφόρους». Περιττό είναι να προστεθεί πως η
«αναθεωρημένη» πολιτική είναι μικρής αποδοχής και μειωμένης
αποτελεσματικότητας. Η όλη δε αναδίπλωση της «όχι σ’ όλα»
αντιπολίτευσης, σε «κυβερνητικό συνετισμό», αποτελεί ένα από τα
βασικά αίτια της αναξιοπιστίας, αν όχι της ανυποληψίας, του
πολιτικού μας κόσμου.

Αυτά, αναφορικά με την «ανεύθυνη» αντιπολίτευση. Τι συμβαίνει,
όμως, όταν εκτεταμένη τάση λαϊκισμού εκδηλώνεται και στην
«υπεύθυνη» κυβέρνηση; Ιδίως σε μια κρίσιμη περίοδο, όπως η
σημερινή. Αναμφίβολα, το φαινόμενο είναι πολλαπλάσια επιζήμιο για
τη χώρα. Από την εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος προκύπτει πως η
κυβερνητική πλειοψηφία, τόσο επί κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου όσο και
των διακομματικών του 18μήνου Σαμαρά, ψήφισε, σχεδόν αδιαμαρτύρητα,
τα πλέον επώδυνα μέτρα, για το «ανώνυμο» σύνολο των πολιτών.
Οριζόντιες και οδυνηρές μειώσεις μισθών και συντάξεων, που έπληξαν,
κατά κύριο λόγο, τον ιδιωτικό τομέα, αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό
της «απρόβλεπτης» ύφεσης, οδήγησαν στο κλείσιμο εκατοντάδων
χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και «συνδιαμόρφωσαν» τη
γιγαντιαία ανεργία. Κατά το ίδιο διάστημα (της τριετίας) ακούμε,
συνεχώς και μονότονα, την ανάγκη για διαρθρωτικές αλλαγές, που
αφορούν κυρίως το Δημόσιο. Δηλαδή, για ιδιωτικοποιήσεις, για
κλείσιμο άχρηστων οργανισμών, για μείωση των απολαβών του
προσωπικού των ΔΕΚΟ, στο επίπεδο των «μειονεκτούντων» υπαλλήλων του
στενότερου δημόσιου τομέα. (Οι οποίες, σημειωτέον, εξακολουθούν να
είναι κατά 30% υψηλότερες των αντίστοιχων στον ιδιωτικό.) Πού
οφείλεται αυτή η κραυγαλέα αναντιστοιχία των ληφθέντων μέτρων και
των συνακόλουθων άνισων θυσιών; Προφανώς, όχι στη στάση της
αξιωματικής αντιπολίτευσης, η οποία αποδεδειγμένα είναι αναξιόπιστη
και περιστασιακή. Ασυγκρίτως μεγαλύτερο ρόλο διαδραματίζει μια
συγκεκριμένη μερίδα κυβερνητικών βουλευτών.

Είναι όλοι αυτοί που απειλούν σήμερα να ανατρέψουν την κυβέρνησή
«τους». Η κοινωνική τους ευαισθησία αφυπνίστηκε μεταχρονισμένα.
Οχι, όταν ψήφιζαν, συνολικά και καταδικαστικά, τους Ελληνες σε
έσχατη ένδεια. Αλλά αφ’ ότου άρχισαν να θίγονται οι «πελάτες» τους.
Οι κομματοδιορισμένοι και υπεραμειβόμενοι στις ΔΕΚΟ, οι «έκτακτοι»
και υπό μονιμοποίηση… συμβασιούχοι, οι ψευδοπτυχιούχοι ή επίορκοι
υπάλληλοι, οι φοροαπαλλαγμένοι μεγαλοαγρότες, οι αφερέγγυοι
δανειολήπτες κ.ο.κ. Συνεπώς, οι θύλακοι του λαϊκισμού και της
φαυλότητας στον κυβερνητικό χώρο αποτελούν την πραγματική τροχοπέδη
σε κάθε εξυγιαντικό και εκσυγχρονιστικό βήμα που επιχειρούν οι κ.
Σαμαράς και Βενιζέλος. Ο «αχαλίνωτος» λαϊκισμός της αντιπολίτευσης
απλώς συμπορεύεται και επιχαίρει.