ΑΠΟΨΕΙΣ

ΓΝΩΜΗ

Κάποια άλλη εποχή, η κυβέρνηση θα είχε κάνει σημαία της την έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για τη «Μεταρρύθμιση του Πλαισίου Νομοθετικών Ρυθμίσεων». Εξάλλου, μια πρώτη ανάγνωση θα επιβεβαίωνε, στον πρωθυπουργό, τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και πολλά ακόμη στελέχη όσα οι ίδιοι έχουν κατ’ επανάληψη σημειώσει και υπογραμμίσει. Αυτά όμως σε άλλες εποχές.

Αλλωστε, ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση φρόντισε να «εκμεταλλευτεί» τα όσα, εξαιρετικώς σημαντικά και με συνταρακτική ακρίβεια, σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης. Ισως για να επιβεβαιώσει με τον τρόπο αυτό πως η προετοιμασία της για τη διακυβέρνηση της χώρας είναι μόνον… ψυχολογική, καθόλου συστηματική και οπωσδήποτε μακράν των πραγματικών προβλημάτων που, προφανώς, ζητούν συγκεκριμένες λύσεις.

Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως έναν «επαναπροσδιορισμό της σχέσης μεταξύ της δημόσιας διοίκησης και της αγοράς», σημειώνουν στην έκθεση. Η εμπεδωμένη έλλειψη εμπιστοσύνης στις λειτουργίες και τον ρυθμιστικό ρόλο των επιχειρήσεων και των αγορών οδήγησε σε «υπερρύθμιση και χρηματισμό» καταλήγουν να βλάπτουν τους νομοταγείς έναντι εκείνων που προσφεύγουν σε «πρακτικές περιορισμένης συμμόρφωσης». Το πρόβλημα με τη δημόσια διοίκηση, μαζί και πέραν της αναποτελεσματικότητάς της είναι ότι στηρίζεται, αναπαράγει και, τελικώς, ενισχύει την καλά εμπεδωμένη «παράδοση πολιτικού παρεμβατισμού και προστασίας των οικονομικών παραγόντων».

Λέγαμε προηγουμένως πως ο πρωθυπουργός θα είχε πολλά να περιλάβει στις «ιστορικές αναδρομές» τις οποίες, με τόση επιμονή, επαναλαμβάνει τον τελευταίο καιρό. Θα σημείωνε, για παράδειγμα, ότι η στρατηγική -«της δεξιάς»- που ακολούθησε η χώρα, «μέχρι το 1974», για μια ανάπτυξη που θα στηρίζεται σε πρωτοβουλίες του κράτους και θα τελούσε υπό τον έλεγχο των πολιτικών, με στόχο την υποκατάσταση των εισαγωγών και με εργαλείο τη διοικητική κατανομή των πιστώσεων «άφησε μια κληρονομιά κορπορατισμού και εκτεταμένης κρατικής συνεργασίας (sic!) με ισχυρές ιδιωτικές επιχειρήσεις» ενώ, ταυτόχρονα, «υπέθαλψε την ανάπτυξη ενός πολύ μεγάλου ανεπίσημου τομέα». Ετσι, λοιπόν, η χώρα ενεπλάκη σε έναν φαύλο κύκλο όπου οι ασθενέστερες επιχειρήσεις απαιτούσαν (και πετύχαιναν) «όλο και περισσότερη κρατική υποστήριξη», ενώ η «παραπαίουσα οικονομία χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει περισσότερους ελέγχους». Το αποτέλεσμα, σημειώνουν οι αναλυτές, ήταν ότι η Ελλάδα ήταν, στο τέλος της δεκαετίας του ’80 «σε χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι στο ξεκίνημά της».

Αξίζει, όμως, να κοιτάξουμε προσεκτικότερα τι πρέπει να κάνουμε τώρα, ανεξαρτήτως των λαθών που έχουν γίνει. Οι παρατηρήσεις της Εκθεσης για τα αναμενόμενα οφέλη από την ανάλειψη μιας θαραλλέας, συστηματικής και συνεχόμενης αναμόρφωσης του ρυθμιστικού πλαισίου δείχνουν ότι η Ελλάδα θα ωφεληθεί περισσότερο από τις άλλες χώρες καθώς ξεκινά από χειρότερο σημείο σε σύγκριση μ’ αυτές.

Ετσι, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η βελτίωση της αποδοτικότητας της οικονομίας εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε μια πρόσθετη άνοδο του εγχώριου προϊόντος κατά 9-11%. Πρόκειται δηλαδή για ένα ποσό που πλησιάζει στα 5 τρισεκατομμύρια δραχμές και μπορεί να ενισχύσει τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά μία ή και δύο εκατοστιαίες μονάδες για κάθε ένα από τα επόμενα πέντε χρόνια.

Πολλοί, πλέον, πιστεύουν πως όλα αυτά «ωραία είναι, αλλά δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ». Οι ίδιοι αυτοί είχαν πειστεί πως ο Κώστας Σημίτης, αμέσως μετά την επανεκλογή του, θα δώσει βηματισμό αναμόρφωσης στην κυβέρνησή του, κατά πρώτο μάλιστα λόγο στη δημόσια διοίκηση. Η απογοήτευση, ειδικά στο θέμα αυτό, είναι μεγάλη. Κανείς, προφανώς, δεν αντιλέγει, ούτε η έκθεση, πως οι αλλαγές που απαιτούνται, στη νοοτροπία και την πράξη, θα βρουν αντίθετους όσους υπηρετούνται ή, έστω, βολεύονται από τη σημερινή κατάσταση. Δυστυχώς, όμως, η καχυποψία μεταξύ κράτους και ιδιωτών (επιχειρήσεων και νοικοκυριών), που θα «παρακωλύσει την απόδοση και των δύο», θα παραμείνει προφανώς ακόμη για πολύ καιρό.

Οχι, βεβαίως, πως δεν υπάρχουν και εξαιρετικές περιπτώσεις τροχονόμων, οι οποίοι (ή «οι οποίες», αφού στην Τροχαία υπηρετούν και γυναίκες) παρέχουν ακόμη και υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες σημαντικές διευκολύνσεις και πληροφορίες στους οδηγούς. Στην πόλη, όμως, που ζούμε, τέτοιες περιπτώσεις μοιάζουν μάλλον σαν εξαιρέσεις…