ΑΠΟΨΕΙΣ

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ

«Φίλοι του πατέρα μου, δεν βρίσκω άλλες λέξεις πιο ταιριαστές για να σας προσφωνήσω, ύστερα από αυτά που είδα και άκουσα σήμερα, εδώ, για τον πατέρα μου, τον Κρίστοφερ Μόνταγκιου Γουντχάουζ. Η Ελλάδα είχε μεγάλη σημασία για εκείνον, αλλά και για μας. Αφότου θυμάμαι τον εαυτό μου, δύο ήταν οι τόποι που μετρούσαν στη ζωή μας. Το σπίτι μας και η Ελλάδα. Εκεί πηγαίναμε, γι’ αυτά μιλούσαμε. Στην Ελλάδα που, από φοιτητής, γνώριζε και αγαπούσε, τον βρήκε ο πόλεμος τον πατέρα μου, στην Ελλάδα πολέμησε και στην Ελλάδα ξαναγύριζε πάντα. Ακόμη και την Νταβίνα, στην Ελλάδα την έφερε, για τον μήνα του μέλιτος. Δεν περνούσε μέρα που να μην γίνεται συζήτηση για την Ελλάδα. Στο σπίτι μας ερχόταν η ελληνική εφημερίδα, γεμάτη με γραμματόσημα, και εγώ έτρεχα γι’ αυτά. (Σ.Σ. η εφημερίδα αυτή πρέπει να είναι η «Καθημερινή», με την οποία συνδεόταν και συνεργαζόταν, ιδίως μετά τη μεταπολίτευση, ο Μόντι Γουντχάουζ). Σπάνια μιλούσε για τα χρόνια του πολέμου, κι ας ήταν οι ηρωικές αυτές σελίδες αφορμή για να γραφτούν τόσα βιβλία!

Μιλούσε για την Ελλάδα που αγαπούσε, για τη γλώσσα της που έμαθε από νωρίς, για τις αξίες που εκείνη έδωσε στον δυτικό πολιτισμό και που μόνο γι’ αυτό -έλεγε- θα άξιζε κανείς να πολεμήσει γι’ αυτήν, για να μην υποκύψει η Ελλάδα στις κατακτητικές βλέψεις ισχυρών κρατών. Και τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, είχε γυρίσει στην Ελλάδα. Δίπλα του, όσο μπορούσε ακόμη να διαβάσει ήταν το βιβλίο Isles of Greece. Μιλούσε ελληνικά και οι νοσοκόμες στεναχωριόνταν που δεν καταλάβαιναν τι ήθελε. Σε μας τραγούδησε ένα ελληνικό τραγούδι εκείνων των καιρών. Ηταν ο τρόπος του να μας πει πού ήταν, πού ήθελε να πάει. Στο τελευταίο του ταξίδι στην Ελλάδα, στον Μυστρά έφυγε χωρίς να μας πει πότε θα γυρίσει, χωρίς να δώσει διεύθυνση Θα με φροντίσουν οι φίλοι μου, μας είπε. Οπως κι έγινε (καλεσμένος του καθηγητή κ. Βάκη Σπέντζα ήταν, όπως και το 1996 στο Βελεστίνο, όταν του δόθηκε το μετάλλιο του Ρήγα Βελεστινλή, στην Αθήνα, στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ). Οι τελευταίες του λέξεις, όπως έγραψε ήδη σε γράμμα της η αδελφή μου Εμα, ήταν Ελλάς, Ελλάς. Και σήμερα, χάρις σ’ αυτήν την εκδήλωση που διοργάνωσαν για τον πατέρα μου η αγγλική πρεσβεία, το ΕΛΙΑΜΕΠ και το Πανεπιστήμιο Αθηνών, σ’ αυτό το αμφιθέατρο που χώρεσε τόση αγάπη και τόση συγκίνηση, είναι η σειρά μου να σας πω, εκ μέρους της οικογένειάς μας, πόσο ευγνώμονες σας είμαστε που ήρθατε, που είσαστε κοντά μας, για την αγάπη και τιμή που δείχνετε για τον πατέρα μας». Ο γιος του λόρδος Τέρινγκτον είναι που μιλάει στο βήμα του αμφιθεάτρου Δρακοπούλου, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έξω οι 37 βαθμοί θερμοκρασίας, της πρώτης Ιουνίου 2001 δεν μπορούσαν να συναγωνισθούν τη θέρμη των λόγων όλων όσοι μίλησαν για τον Μόντι (για τους φίλους και οικείους) Κρις (για τους συμπολεμιστές του στην Ελλάδα της Εθνικής Αντίστασης) Γουντχάουζ, τον στρατιώτη, τον μελετητή, τον διανοούμενο, τον συγγραφέα και, κυρίως, και πάνω απ’ όλα τον φιλέλληνα που έκανε τον θαυμασμό του πράξη, και πολέμησε για την ελευθερία της και τις αξίες της στα βουνά και τα χωριά της κατακτημένης Ελλάδας.

Από τη γνώση στην πράξη

Για τον Κρις που πρωτόρθε, 23 χρόνων, στην Ελλάδα, ανθυπολοχαγός του βρετανικού στρατού και σε τρία χρόνια έγινε αντισυνταγματάρχης, υπαρχηγός του Εντι Μέγιερς της βρετανικής αποστολής, αρχηγός της αποστολής, στη συνέχεια, που μετονομάστηκε, το 1943, σε συμμαχική, όταν ήλθαν οι Αμερικανοί. Για τον Κρις που, όπως είπε ο συστρατιώτης του κ. Θέμης Μαρίνος «κανείς Ελληνας δεν μπορούσε να τον ξεπεράσει στην ταχύτητα της δρασκελιάς του, όταν περνούσε πάνω από βουνά για να συναντήσει κάποιον σύνδεσμο. Που είχε γυρίσει όλη την Ελλάδα και την ήξερε, μονοπάτι μονοπάτι. Που οι κάτοικοί της τον αγαπούσαν, τον είχαν δικό τους, δεν τον ξεχώριζαν, και ας ήταν πανήψυλος, ξανθός και γαλανός…».

Στο μήνυμα που έστειλε ο λόρδος Τζέλικο, και που το διάβασε ο κ. Νίκολας Ιγκον σε κάποιο χωριό μια γριούλα τον πλησίασε, τον κοίταξε περίεργα και τον ρώτησε «Εσύ, από πού είσαι;» «Πάει, ξεσκεπάστηκα, ώς εδώ ήταν» σκέφθηκε εκείνος, αλλά η κυρούλα επέμεινε «από ποιο χωριό;» «Από πολύ μακρινό χωριό» είπε ο Κρις, ανακουφισμένος. Κι όταν, μετά τον Γοργοπόταμο, τον αναγνώρισαν σε άλλο χωριό, τον σήκωσαν στους ώμους και του ζήτησαν να τους πει τον εθνικό ύμνο της Αγγλίας, ο Γουντχάουζ δεν το απετόλμησε. Για να μην τους χαλάσει το χατίρι τούς τραγούδησε «It’s a long way to Tipperrery, it’s a long way to go». Κι εκείνοι που νόμισαν ότι ήταν ο αγγλικός ύμνος, του είπαν «Ωραίος είναι, και εύθυμος»! Και γέλασε το κατάμεστο αμφιθέατρο, που περνούσε από τον θαυμασμό για τη δράση, του γενναίου ανθρώπου στη θλίψη για τον αποχαιρετισμό και στο χαμόγελο γι’ αυτόν για το χιούμορ που δεν έλειψε, για την αγάπη που είχε μέσα του, την έδωσε και στην Ελλάδα και στους απλούς της ανθρώπους, και τώρα ήταν εκεί η οικογένειά του, περήφανη και συγκινημένη που η Ελλάδα ανταπέδιδε την ίδια αγάπη με περισσή θέρμη.

Ο λόρδος Τέρινγκτον, η Εμα Γκίλμπερτ-Τζόνσον, η κόρη του Μόντι, η Αννα, λαίδη Τέρινγκτον, ο Νίκολας Γουντχάουζ, με τη σύζυγό του, τη δικαστή Μόβατ και τον μικρό γιο τους Τομ, ο Κρίστοφερ Γκίλμπερτ-Τζόνσον, της ομώνυμης μεγάλης δικηγορικής φίρμας του Λονδίνου, σύζυγος της Εμα, ήταν εκεί, μπροστά μας, με μια γαρδένια στα σκούρα επίσημα κοστούμια τους, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες εκδηλώσεις για τον δικό τους που τιμάται.

Καλεσμένοι όλοι του οικογενειακού φίλου κ. Νίκολας Ιγκον και της συζύγου του Μάτι και φιλοξενούμενοι για ένα πενθήμερο στην Ελλάδα που ο πατέρας τους γύριζε πάντα. Οι Βρετανοί δεν εκδηλώνονται κι όμως η οικογένεια Γουντχάουζ κατάλαβε πόση πραγματική αγάπη έκρυβε αυτή η εκδήλωση και την ανταπέδωσαν μιλώντας και σφίγγοντας χέρια στη δεξίωση που έδωσαν οι Ιγκον αμέσως μετά στο περιστύλιο του Πανεπιστημίου. Και κάτω από τη λευκή ομπρέλα στάθηκαν για την αναμνηστική φωτογραφία, όπου η έκφρασή τους μιλάει για τη χαρμολύπη που τους έδωσε αυτή η ξεχωριστή εκδήλωση.

Παρουσίες

Στις πρώτες σειρές, μαζί με την οικογένεια, ο πρέσβης του Καναδά κ. Hutton, η χήρα του στρατηγού Ν. Ζέρβα, οι ακαδημαϊκοί κ. Ιακωβίδης, Τούντας, Δεσποτόπουλος, οι πρέσβεις ε.τ. κ. Β. Θεοδωρόπουλος, Βιτσαξής, Αντωνόπουλος, Παπούλιας, Παπαγεωργίου, Β. Ζαφειρόπουλος, αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Φεστιβάλ Αθηνών. Επίσης, ο πρόεδρος κ. Γιάγκος Πεσμαζόγλου με τη σύζυγό του Μιράντα, οι βουλευτές, τέως υπουργοί κ. Αχ. Καραμανλής, Στ. Δήμας. Ο βουλευτής Επικρατείας και πρόεδρος του Ιδρύματος K. Καραμανλή κ. Π. Μολυβιάτης (ο Γούντχαουζ έχει γράψει επίσημη βιογραφία του K. Καραμανλή) ο τέως υφυπουργός και πρόεδρος του ΕΜΕΙΣ κ. Γ. Αποστολάτος, οι καθηγητές κ. Σ. Σπέντζας, K. Σβολόπουλος, ο οικονομολόγος κ. Π. Βουρλούμης, ο στρατηγός Π. Παπαθανασίου, η κ. Αναστασία Πίντου, ο δημοσιογράφος Τ. Μαράτος. Επίσης συμπολεμιστές από το ΕΔΕΣ και τον ΕΛΑΣ, επίσης Βρετανοί και Ελληνες που γνωρίζουν και τιμούν τον Μόντι και το έργο του. Στο πάνελ ο Λόρδος Τέρινγκτον, ο πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ κ. Θάνος Βερέμης, που χαιρέτισε τον σκοπό της τιμητικής αυτής εκδήλωσης κι έδωσε τον λόγο στον Βρετανό πρέσβη κ. David C.Α. Madden, στον καθηγητή της Νεοελληνικής Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης κ. Γ. Κολιόπουλο (που μίλησε γλαφυρά για την «Ελλάδα του Μόντι»), στον συγγραφέα κ. Θ. Μαρίνο που πολέμησε μαζί του και στο ζωγράφο κ. Νίκολας Ιγκον που διάβασε το τελευταίο γράμμα του Νίκολας Χάμοντ, το μήνυμα του λόρδου Τζέλικο και του King’s College Λονδίνου. Αλλά θα επανέλθουμε…

«Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους…