ΑΠΟΨΕΙΣ

ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ

Δύο στους τρεις Ελληνες συμμετέχουν σε δραστηριότητες της παραοικονομίας – ακριβέστερα, το 66,4% των απασχολουμένων στον ιδιωτικό τομέα και το 62,6% των απασχολουμένων στον δημόσιο. Το εντυπωσιακό αυτό στοιχείο περιέχεται σε ογκώδη μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) με θέμα «Παραοικονομία και φοροδιαφυγή στην Ελλάδα», η οποία δόθηκε χθες στη δημοσιότητα. Βάσει των στοιχείων της, το ύψος της παραοικονομίας στη χώρα μας υπολογίζεται σε ποσοστό άνω του 30% του επισήμου Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος και εκτιμάται ότι προσεγγίζει τα 14-15 τρισεκατομμύρια δραχμές ετησίως. Κατά τους μελετητές, πρωταθλητές στην παραοικονομία είναι οι εργαζόμενοι στις Ενοπλες Δυνάμεις, με ποσοστό 75%, ακολουθούμενοι από τους αγρότες με 71,3%.

Δραματικές επιπτώσεις για το κοινωνικό σύνολο έχει πολλαπλώς η αύξηση της ανεργίας και η άφθονη προσφορά φθηνής εργατικής δυνάμεως μεταναστών, καθώς μέσω της παρανόμου απασχολήσεως και της εισφοροδιαφυγής το ΙΚΑ στερείται ετησίως, κατά τους μετριοπαθέστερους υπολογισμούς, διαφευγόντων εσόδων περίπου 700 δισεκατομμυρίων δραχμών, τα οποία ανέρχονται στο 30% των πραγματοποιουμένων εσόδων του ταμείου. Στην παραοικονομία, επομένως, εντοπίζεται ένας κεφαλαιώδους σημασίας παράγων της κρίσεως του ασφαλιστικού συστήματος.

Η ευρύτατη διαφθορά -τομέας στον οποίο η Ελλάς μαζί με την Ιταλία καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως- αποτελεί τον άλλο πυλώνα της παραοικονομίας. Οι τομείς της υγείας, των εφοριών και της πολεοδομίας αποτελούν κατά σειρά τις εστίες υψηλότερου βαθμού διαφθοράς στον κρατικό τομέα, αν και η διαφθορά ανθεί επίσης και σε πολλές ιδιωτικές δραστηριότητες. Αναμφισβητήτως οι προσεγγίσεις των μεγεθών της παραοικονομίας σε οποιαδήποτε χώρα πάσχουν εγγενώς, λόγω της φύσεως του αντικειμένου, αναφορικώς με τις δυνατότητες επιστημονικώς αξιόπιστου αριθμητικού προσδιορισμού. Είναι επιβεβλημένες, επομένως, οι επιφυλάξεις για το ποσοτικό σκέλος και των συμπερασμάτων της μελέτης του ΙΟΒΕ, τα οποία όμως πρέπει να θεωρηθούν ενδεικτικά τουλάχιστον των ποιοτικών παραμέτρων του προβλήματος.

Πέραν της προφανώς καταδικαστέας περιπτώσεως του παρανόμου πλουτισμού πολλών μέσω της παραοικονομίας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παραοικονομικές δραστηριότητες λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό και ως συμπληρωματική πηγή εισοδήματος για πληθώρα εργαζομένων. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να καθιστά ανεκτικότερο το κοινωνικό σύνολο έναντι του φαινομένου. Οι καταλυτικές στρεβλωτικές επιπτώσεις του στην αγορά εργασίας, οι αρνητικές επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά λόγω της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής που καταλήγουν στη φορολογική επιβάρυνση όλων των υπολοίπων, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι δημόσιες δαπάνες, οι αποσαθρωτικές συνέπειες στο ασφαλιστικό σύστημα κ.λπ., καθιστούν απολύτως αναγκαία τη λήψη διαρκώς και περισσοτέρων μέτρων περιστολής αυτής της οικονομικής μάστιγας, η οποία, ούτως ή άλλως, αποτελεί πρωτίστως χαρακτηριστικό των καθυστερημένων οικονομιών.

Είναι καιρός πλέον, στην Ελλάδα της Ε.Ε., να επέλθει οριστική ρήξη με τριτοκοσμικές πρακτικές του παρελθόντος, προς όφελος όλων μας.