ΑΠΟΨΕΙΣ

ΑΝΤΙΛΟΓΟΙ

Μια φορά, πηγαίνει μια ξανθιά στο γιατρό με καμένα και τα δυο αυτιά της. «Πώς το έπαθες αυτό;» ρωτάει ο γιατρός. «Σιδέρωνα και χτύπησε το τηλέφωνο», λέει η ξανθιά. «Αντί, λοιπόν, να βάλω στο αυτί μου το ακουστικό, έβαλα το σίδερο», εξομολογείται. «Και το άλλο αυτί, πώς το έκαψες;» ρωτάει ο γιατρός. «Ξαναχτύπησε το τηλέφωνο!» λέει η ξανθιά.

Σύμφωνα με αμερικανική έρευνα, τα περισσότερα ανέκδοτα που κυκλοφορούν στον κόσμο αφορούν τις ξανθές. Στο Διαδίκτυο υπάρχουν εκατοντάδες ιστοσελίδες με χιλιάδες ανέκδοτα, συνήθως ανά κατηγορία: οι ξανθές στο σπίτι, στο γραφείο, στο δρόμο, σε διάφορα επαγγέλματα. Το επάγγελμα, στις ΗΠΑ, που συγκεντρώνει τα περισσότερα ανέκδοτα είναι αυτό της (ξανθής) δικηγόρου. Ισως γι’ αυτό, οι ξανθές Αμερικανίδες δικηγόροι έχουν ανακηρύξει την αυριανή ημέρα ως Εθνική Ημέρα των Ξανθών, σε μια προσπάθεια να καταρρίψουν τον μύθο της χαζής ξανθιάς, με μια τεράστια καμπάνια για τα επιτεύγματα των ξανθών στην Ιστορία. Κανείς δεν αρνείται το αίσθημα δυσφορίας όχι μόνο των ξανθών αλλά όλων μας μπροστά στη «φυσικότητα» με την οποία ο κοινός νους περικαλύπτει έναν μύθο. Οπως και κανείς στις ΗΠΑ δεν αμφισβητεί την προκατάληψη της κοινωνίας απέναντι στις ξανθές δικηγόρους (την επιβεβαιώνει και η νομική επιθεώρηση του Χάρβαρντ). Παρ’ όλ’ αυτά, είναι αμφίβολο αν η εν λόγω λέσχη καταφέρει κάτι περισσότερο από το να γελοιοποιηθεί.

Διότι οι προκαταλήψεις δεν καταργούνται με καμπάνιες του τύπου: «Κομμωτές όλου του κόσμου, προσφέρετε δωρεάν ξανθές βαφές μαλλιών!» – και κάτι τέτοιο ζητούν.

Η προκατάληψη, παρούσα στους λεπτότερους μηχανισμούς της κοινωνικής συναλλαγής, αποτελεί ένα είδος περάσματος από την ουσία στο φαίνεσθαι και από την αντικειμενικότητα στην ιδεολογία, και αναγνωρίζεται από αυτόν που την εκφέρει ως «φυσική πραγματικότητα» ως «αλήθεια». Δεν έχει σημασία αν αυτή, στη σημερινή μεταβιομηχανική διαδικτυακή εποχή, μοιάζει με ένα ξεθωριασμένο, περισσότερο ή λιγότερο, κατάλοιπο του μεσο-μικρο-αστικού πολιτισμού, άρα είναι μια «αλήθεια» απηρχαιωμένη. Σημασία έχει ότι επιβιώνει των κοινωνικών εξελίξεων αφού αλλαγές στην ουσία δεν σημειώνονται επί κάποιων ηθών, ηθικών, αισθητικών.

Σε μας οι ξανθές ως σύμβολα ανοησίας είναι ένας μύθος φτωχός. Κάθε μύθος έχει την ιστορία και τη γεωγραφία του. Σε μας γόνιμος μύθος είναι, μετά τον Πόντιο, ο Αλβανός, το ομοίωμα του κουτού, και όχι μόνον. Κάθε μέρα πνιγόμαστε μέσα σ’ αυτόν τον μύθο σαν σ’ ένα γιγαντιαίο παράσιτο που περιορίζει σκέψη και δράση. Ακινητοποιούμαστε από εικόνες που κατασκευάσαμε οι ίδιοι. Η «απομυθοποίηση» δεν είναι αδύνατη. Χρειάζεται μόνο να πάρουμε στα χέρια μας τον ακίνητο κόσμο που θεμελιώνει ο κάθε μύθος και να τον μεταμορφώσουμε να συμφιλιώσουμε την «περιγραφή» με την εξήγηση, την «πραγματικότητα» με τον άνθρωπο.