ΑΠΟΨΕΙΣ

ΓΝΩΜΗ

Οι δικαστικές διώξεις, που είχε πυροδοτήσει η αποκάλυψη του σκανδάλου «Ιρανγκέιτ» στις ΗΠΑ, δεν αφορούσαν όλες πρόσωπα γνωστά, όπως ο πολύς Ολιβερ Νορθ, που τελικώς εξήλθε αλώβητος. Διώχθηκαν και πολλοί ανώνυμοι, μεταξύ των οποίων και επιχειρηματίας, που είχε συμπράξει στη λαθραία εξαγωγή όπλων από τις ΗΠΑ, αποφεύγοντας, όπως είναι ευνόητο, όχι μόνον την τήρηση των σχετικών νόμων, αλλά και την καταβολή των σχετικών… φόρων. Για να είναι βαρύτερη η κατηγορία, δεν είχε διωχθεί για απλή φοροδιαφυγή, αλλά για βαρύτερο αδίκημα, που εστιαζόταν στην δόλια πρόκληση οικονομικής ζημίας στο Δημόσιο.

Στο εισαγωγικό του σχόλιο, ο συνήγορος του κατηγορουμένου άφησε το Δικαστήριο άναυδο: «Θα αποδείξω», είχε πει, «ότι ο πελάτης μου όχι απλώς δεν ζημίωσε το αμερικανικό Δημόσιο, αλλά το ωφέλησε». Ο υπερασπιστής εξήγησε ότι η δίωξη βασιζόταν σε διάταξη που απαιτούσε τελική οικονομική ζημία σε βάρος του κράτους. Ο πελάτης του, πρόσθεσε, πούλησε λαθραία όπλα, τα οποία νομίμως δεν θα είχαν πουληθεί καν, οπότε δεν θα είχε εισπραχθεί κανένας φόρος. Αντιθέτως, με τη λαθραία εξαγωγή δεν καταβλήθηκαν μεν φόροι εξαγωγής, παρήχθησαν, όμως, και πουλήθηκαν τα όπλα, εισέπραξε χρήματα η βιομηχανία κατασκευής, που δήλωσε σχετικά έσοδα, κατέβαλε τον ανάλογο φόρο κ.ο.κ. Το κράτος, που δεν θα είχε εισπράξει τίποτε, με αυτόν τον τρόπο εισέπραξε..

Η παλιά αυτή υπόθεση μου ήρθε στο νου, όταν διάβασα τα ρεπορτάζ για την έκθεση του ΙΟΒΕ, που εμφανίζει την Ελλάδα πρωταθλήτρια στη διαφθορά και στην παραοικονομία, υπογραμμίζοντας (όπως και ο ΟΟΣΑ) ότι τα παθολογικά αυτά συμπτώματα υπονομεύουν την ανάπτυξη της χώρας. Ας μην ασχοληθούμε στη θέση αυτή με το ότι η διαφθορά επικεντρώνεται αποκλειστικά στις παράνομες πράξεις στελεχών του Δημοσίου, κατά πλήρη εγκατάλειψη των παραδοσιακών προτύπων διεφθαρμένου ιδιώτη κερδοσκόπου. Ας μείνουμε στη φοροδιαφυγή και στον ισχυρισμό ότι το εισόδημα, που παραμένει αδήλωτο, υπονομεύει την ανάπτυξη.

Η θέση αυτή δεν είναι, άραγε, ελαφρώς αντιφατική με τον ισχυρισμό των ίδιων -από άποψη πολιτικών θέσεων- «κύκλων» ότι πρέπει να μειωθούν οι φόροι, για να ενισχυθεί η ανάπτυξη; Σύμφωνα με αυτήν, το κράτος, ευάλωτο στις πελατειακές πιέσεις, διοχετεύει τους πόρους, που αντλεί με τη φορολογία, σε δαπάνες αντιαναπτυξιακές ή υπερβολικές. Αντιθέτως, οι ιδιώτες καταναλώνουν και επενδύουν τα χρήματά τους παραγωγικότερα, αφού έχουν μόνο μέτρο τη μεγιστοποίηση του οφέλους τους, το δε «αόρατο χέρι» της αγοράς εξασφαλίζει τη συνολική ανάπτυξη. Εξ ου και είναι σκόπιμος ο περιορισμός των φόρων, αφού έτσι θα δεσμεύονται λιγότεροι πόροι για τις αντιπαραγωγικές τοποθετήσεις του κράτους και θα απελευθερώνονται περισσότεροι για τις αναπτυξιακές ιδιωτικές επιλογές.

Αν θέλει να είναι κανείς συνεπής στο σκεπτικό αυτό, δεν πρέπει να δεχθεί ότι η παραοικονομία είναι αναπτυξιακή; Οι ιδιώτες αποκτούν πόρους, που εκφεύγουν εντελώς από τη μεσολάβηση της φορολογίας και είναι ελεύθεροι να τοποθετηθούν παραγωγικά. Αντιαναπτυξιακό κώλυμα δεν είναι η φοροδιαφυγή, αλλά μάλλον οι μηχανισμοί (πόθεν έσχες, ενημερότητες κ.ά.), με τους οποίους εμποδίζεται η κατά το δοκούν διάθεση των ιδιωτικών αυτών πόρων. Η μαύρη οικονομία μπορεί να νοθεύει την αναδιανομή εισοδήματος μέσω της φορολογίας, μπορεί να επισωρεύει άδικα φορολογικά βάρη σε όσους δεν μπορούν να «κρύψουν», δύσκολα όμως μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπονομεύει τη γενική ανάπτυξη.

Εκτός… Εκτός αν οι στηλιτεύοντες την παραοικονομία δέχονται εμμέσως ότι οι ιδιωτικές δαπάνες δεν είναι πάντοτε παραγωγικές ότι το μαύρο χρήμα μπορεί να σωρεύεται χωρίς να επενδύεται ή να δαπανάται σε πολυτέλειες, που δεν συμβάλλουν στη γενική ανάπτυξη – και ότι, αντιθέτως, οι φόροι ενδέχεται να διοχετεύονται (και) σε παραγωγικές τοποθετήσεις. Αν, όμως, γίνει δεκτό κάτι τέτοιο, δεν στηρίζεται μόνον η κριτική στην παραοικονομία. Ταυτοχρόνως, καταρρέει ο ισχυρισμός ότι οι φόροι πρέπει εξ ορισμού να μειώνονται. Και ενισχύονται όσοι υποστηρίζουν ότι οι φόροι πρέπει να είναι σχετικά υψηλοί, αν θέλουμε δικαιότερη κατανομή του πλούτου και ανάπτυξη σε όφελος των πολλών…

Παραβιάσεις…