ΑΠΟΨΕΙΣ

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ

Το κράτος μας των Νεοελλήνων γεννήθηκε ιστορικά από τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, δηλαδή από την πολιτική βούληση των μεγάλων τότε Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Αλλά πριν και από τη βούληση, είχε γεννηθεί το νεοελληνικό κράτος, ως ρομαντική σύλληψη, στη φαντασία των Ευρωπαίων: Θαυμαστές του αρχαιοκλασικού πολιτισμού οι Ευρωπαίοι εύρισκαν ρομαντική και συγκινητική την ιδέα να συγκροτηθεί ένα κράτος στη γεωγραφική περιοχή, όπου άνθησε κάποτε ο θαυμαστός ελληνικός πολιτισμός και όπου σημαντικό μέρος των κατοίκων εξακολουθούσαν να μιλάνε, έστω «παρεφθαρμένη», την ελληνική γλώσσα.

Δύσκολο να υποθέσει κανείς ότι η ρομαντική φαντασία και η πολιτική βούληση των Ευρωπαίων θα είχαν λειτουργήσει αποτελεσματικά, αν δεν είχαν προκληθεί από την πραγματικά ηρωική επανάσταση των Ελλήνων. Αλλά μοιάζει και ιστορικά απίθανο να τελεσφορούσε η επανάσταση (με δεδομένη την τραγωδία του εμφυλίου και τους σαρωτικούς θριάμβους του Ιμπραήμ) αν δεν διεγειρόταν η φαντασία και δεν συμπαρασυρόταν η βούληση των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων.

Βέβαια, η ρομαντική σύλληψη της φαντασίας των Ευρωπαίων δεν πρέπει να συνέπιπτε με το όραμα των ραγιάδων Ελλήνων – αν και το πιο σίγουρο είναι ότι υπήρχαν πολλά ιδεατά «φαντάσματα» για την Ελλάδα στη Δύση και ακόμα περισσότερα οράματα για τον Ελληνισμό στους Ελληνες. Για μεγάλη μερίδα των Ελλήνων πρέπει να ήταν αυτονόητο να ξεκινήσει μια ελληνική επανάσταση από τη Μολδοβλαχία και το ίδιο ενδεχόμενο πρέπει να ήταν εξοργιστικά αδιανόητο για τους Νεοκλασικιστές της Ευρώπης. Οι επαναστατημένοι Ελληνες είχαν μάθει να επαναλαμβάνουν, μαζί με τους λόγιους συμπατριώτες τους, ότι είναι απόγονοι «του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Θεμιστοκλή, του Λεωνίδα», αλλά ταυτόχρονα διακήρυσσαν ότι ο τελευταίος βασιλιάς τους σκοτώθηκε πολεμώντας στην Πύλη του Ρωμανού.

Για την ιστορική έρευνα δεν έχουν καμιά γονιμότητα (επομένως ούτε και ενδιαφέρον) τα υποθετικά ερωτήματα. Ομως η φιλοσοφική περιέργεια δεν μπορεί να τα αποκλείσει, τουλάχιστον ως ενδείξεις συγκριτικών επιγνώσεων του «τελευταίου εκβάντος». Ποια, λ.χ. θα ήταν η ελληνικότητα του Νέου Ελληνισμού αν η ελληνική επανάσταση είχε πετύχει στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και είχε αποτύχει στον Μωριά και στη Ρούμελη; Ποια θα ήταν η ελληνικότητα των Νεοελλήνων αν δεν είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας και δεν είχε υπάρξει Βαυαροκρατία, βίαιη επιβολή των ιδεολογημάτων του Κοραή; Γιατί ο μικρασιατικός Ελληνισμός, που ώς το 1922 είχε κατορθώσει έναν εκπληκτικό «εξευρωπαϊσμό» του χωρίς να αλλοτριωθεί στο παραμικρό η ελληνική πολιτιστική του ταυτότητα, γιατί δεν κινήθηκε ποτέ επαναστατικά εναντίον των Τούρκων;

Τα ερωτήματα βοηθάνε ίσως να συνειδητοποιήσουμε την αποφασιστική σημασία που είχαν για τον Νέο Ελληνισμό (για τη ζωή μας σήμερα και την ποιότητα του κρατικού μας βίου) κάποια καταγωγικά της κρατικής μας υπόστασης γεγονότα. Αλλά και πόση σχετικότητα χαρακτηρίζει τη νεοελληνική ελληνικότητα, πόσο ριζικά διαφορετική θα μπορούσε να είναι η σημερινή παρουσία του Ελληνισμού στον διεθνή χώρο και στο ιστορικό γίγνεσθαι, αν κάποιοι αφετηριακοί παράγοντες της κοινωνικής μας συγκρότησης είχαν λειτουργήσει διαφορετικά.

Το νεοελληνικό κράτος ξεκίνησε περίπου ως ανυπόστατο φάντασμα, ρομαντικό επινόημα των Ευρωπαίων Φιλελλήνων: Ο «λαός» που θα το αποτελούσε, έβγαινε απευθείας από τα εγχειρίδια των πολιτικών ιδεών του Διαφωτισμού, τα πραγματικά του γνωρίσματα και οι πραγματικές του ανάγκες δεν ενδιέφεραν κανέναν. Ο Κοραής και ο Ψυχάρης τού έφτιαξαν γλώσσα (ο καθένας με δική του συνταγή) ωσάν έως τότε να ήταν άγλωσσος ο λαός. Οι Βαυαροί τού φτιάξανε πολίτευμα και θεσμούς, ωσάν ως τότε να μη λειτουργούσε οργανωμένος κοινωνικός βίος. Τού κατασκεύασαν πρωτεύουσα, τού στήσανε εκπαιδευτικό «σύστημα» τσίλικο, τού φτιάξανε κρατική θρησκεία. Αυτός ο λαός που ξεσηκώθηκε ενάντια στους Τούρκους, δεν είχε πια τίποτε δικό του, μόνο την παραισθησιογόνο έμμονη ιδέα ότι βγαίνει απευθείας από τον χρυσούν αιώνα του Περικλή.

Η ωρίμανση της συλλογικής συνείδησης γίνεται με ρυθμούς απίστευτα βραδείς: Χρειάστηκαν εκατό χρόνια για να αρχίσει αμυδρά (δηλαδή αισθητικά μόνο) να υποψιάζεται η ελλαδική κοινωνία, με τα μάτια της γενιάς του 1930, ότι και πριν από τον Κοραή και τους Βαυαρούς κάποιος πολιτισμός, διάβολε, υπήρχε σε αυτόν τον λαό και σε αυτόν τον τόπο, πολιτισμός λαϊκός, δηλαδή ένσαρκος (όχι ρομαντικό φάντασμα) με αδιάκοπη συνέχεια χιλιάδων χρόνων. Κι αν δεν προσαρμοστεί το δάνειο και ψεύτικο κρατικό σχήμα στην πραγματικότητα επιτέλους του συγκεκριμένου λαού, στην ιδιαιτερότητα των αναγκών του, των ελαττωμάτων του και των αρετών του, αυτή η χώρα θα είναι πάντα θέατρο σκιών.

Με τη γενιά του ’30 ξεμύτισαν αυτές οι συνειδητοποιήσεις. Μοιάζει να χρειάζονται άλλα εκατό χρόνια για να ωριμάσει πολιτικό αποτέλεσμα. Ακούμε τους πολιτικούς να κενολογούν σήμερα για «εκσυγχρονισμό» ή την «προοδευτική» διανόηση να κοάζει φανατισμένο και οργίλον αντι-εθνικισμό στο όνομα πάντα της κοραϊκής «μετακένωσης». Και δεν ξέρουμε σε ποιον αιώνα έχει σταματήσει η νεοελληνική κοινωνία. Ωσάν όλοι να υπηρετούμε ακόμα το φαντασιοκόπημα της ex nihilo συγκρότησης κράτους «ευρωπαϊκού». Ωσάν να μην υπάρχει ακόμα λαός με ρεαλιστική την ανάγκη του «ανήκειν» και του «κοινωνείν» με ιδιαιτερότητα ιστορικών εθισμών και τραυματικών συμπλεγμάτων.

Οποιος έρχεται σε κάποια επαφή με την «κρατική μηχανή» στη σημερινή Ελλάδα, απορεί και εξίσταται πώς και ακόμα λειτουργεί συλλογικός βίος, πώς εξακολουθεί να υπάρχει κράτος. Πώς γίνεται να δουλεύουν παραγωγικά και να φορολογούνται τόσο λίγοι, αλλά να κατακλέβουν ξεδιάντροπα τα κρατικά ταμεία τόσοι πολλοί. Πώς εξηγείται να ψηφίζει ο «λαός» κατ’ εξακολούθησιν τους πιο επιδέξιους σε επιδόσεις διαφθοράς και ανικανότητας.

Ο πρωθυπουργός θα ικανοποιηθεί αν βγάλει μια καλή πλειοψηφία στο Συνέδριο και είναι διατεθειμένος να προσχωρήσει στην «ολοκλήρωση» του έργου του, ασχέτως του αν κάποιοι στο κόμμα, λίγοι ή πολλοί, θεωρούν το κόμμα «αριστερό», «κεντροαριστερό», «φιλελεύθερο», «σοσιαλιστικό» ή κάτι άλλο, ασχέτως του αν εκτιμάται από κορυφαία στελέχη και από τον γραμματέα του ΠΑΣΟΚ ότι «έχει τραυματισθεί η σχέση του κόμματος με τα λαϊκά στρώματα».