ΑΠΟΨΕΙΣ

ΓΝΩΜΗ

Η απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία επικυρώθηκε η κρίση των δικαστηρίων της ουσίας, δηλαδή του Πρωτοδικείου και του Εφετείου, στη δίκη μεταξύ της ένωσης καταναλωτών ΕΚΠΟΙΖΩ και της τράπεζας Σίτιμπανκ, δεν προσφέρεται για πρόχειρο σχολιασμό. Η έκτασή της και τα τεχνικά θέματα που προσεγγίζει καθιστούν υποχρεωτική την προσεκτική μελέτη της, ακόμη και για όσους -ηθικά ή συναισθηματικά- τείνουν να επιχαίρουν με κάθε τραπεζική… ήττα: είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί περί τα τραπεζικά ειδικοί, όχι απαραιτήτως φίλα προσκείμενοι προς τις τράπεζες, ισχυρίζονται ότι δεν είναι εφικτός ο καθορισμός στις τραπεζικές συμβάσεις συγκεκριμένων και σαφώς προσδιορισμένων κριτηρίων, με βάση τα οποία θα γίνεται η αναπροσαρμογή του επιτοκίου, επιμένοντας ότι στην περίπτωση αυτή το ακυρωτικό δικαστήριο ζητεί κάτι μη πρακτικώς εφαρμόσιμο.

Θα ήταν, παρ’ όλ’ αυτά, ενδιαφέρον να χρησιμοποιήσει κανείς ως αφετηρία τα θέματα που προβλημάτισαν το ανώτατο δικαστήριο, για να μορφώσει μία εικόνα ως προς το πού οδηγεί η «ελευθερία των συμβάσεων» και πόσο απλουστευτικά είναι τα κατά καιρούς ακουόμενα ότι στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς οι… ελεύθεροι ενήλικοι δεν έχουν ανάγκη ούτε μπορούν να ζητούν προστασία. Πραγματικά, αν η τελευταία αυτή «αρχή» ισχύει στις συναλλαγές υπό καθεστώς ελεύθερης αγοράς, οι σχέσεις με τις τράπεζες δεν αποτελούν εξαίρεση. Ο πελάτης – καταναλωτής των υπηρεσιών τους έχει τη δυνατότητα να διαβάσει τους όρους που του τίθενται και, αν διαφωνεί, να μην τους αποδεχθεί, αλλά να αναζητήσει άλλη τράπεζα. Αυτό δεν κελεύει η «ελευθερία των συμβάσεων»; Οποιος θέλει υπογράφει, όποιος δεν θέλει όχι. Ούτε, πάλι, μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι ειδικώς στις πιστωτικές κάρτες η ελεύθερη αναπροσαρμογή του επιτοκίου παράγει συνέπειες τόσο βαριές, ώστε ο πελάτης να πλήττεται βάναυσα: αν αναλογισθεί κανείς ότι το σύνηθες πιστωτικό όριο είναι 600-900.000 δραχμές, ακόμη και μία εξωφρενική αναπροσαρμογή του επιτοκίου κατά π.χ. δέκα ακέραιες ποσοστιαίες μονάδες θα οδηγούσε σε ετήσια επιβάρυνση 60-90.000 δρχ.: δεν είναι προς θάνατον…

Αυτή, όμως, είναι η μια όψη – όψη εξαιρετικά ατελής. Η πράξη δείχνει -και τα δικαστήρια το διέγνωσαν- ότι στις λεγόμενες «συμβάσεις προσχώρησης», όπου οι όροι τίθενται από τη μια πλευρά και ο πελάτης τους αποδέχεται ή όχι, αλλά πάντως δεν τους διαπραγματεύεται, η πλευρά που θέτει τους όρους τείνει να διατηρεί όλο και περισσότερα δικαιώματα, ακόμη και προφανώς «άδικα». Δεν έχει τόση σημασία ότι στην πράξη σπανίως τα ασκεί χωρίς ικανή αφορμή: αρκεί το ότι, βάσει της σύμβασης, επιφυλάσσει στον εαυτό της το δικαίωμα να τα ασκήσει ακόμη και χωρίς λόγο. Στον μέσο πελάτη, αδύναμο και ανώνυμο απέναντι π.χ. στις τράπεζες ή τις ασφαλιστικές εταιρείες, η επιβολή των όρων αυτών είναι απόλυτη: δεν έχει καταθέσεις δισεκατομμυρίων ούτε επιχειρήσεις με προοπτική χορηγήσεων, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ως ίσος προς ίσον. Και η αδυναμία επιτείνεται από το γεγονός ότι όλες οι τράπεζες ή ασφαλιστικές εταιρείες επιβάλλουν εν πολλοίς τους ίδιους όρους. Ο «μικροπελάτης» δεν μπορεί ούτε να διαπραγματευθεί ούτε να… αλλάξει τράπεζα.

Στην υπόθεση της ΕΚΠΟΙΖΩ τα ελληνικά αστικά δικαστήρια δείχνουν να αναζητούν μια χρυσή τομή στην ανάγκη προστασίας του μικρού καταναλωτή από αυτήν τη σε βάρος του «ομοφωνία» των ισχυρών, που δημιουργεί η αγορά. Η ειδικότερη πτυχή των πιστωτικών καρτών, όπου οι τράπεζες μετακυλίουν στους συνεπείς πελάτες τους το κόστος των αφερεγγύων, είναι ακόμη σημαντικότερη – και δυσχερέστερη, γιατί αυτό συμβαίνει σε πλήθος τομέων της οικονομίας. Συμβαίνει ακόμη και στο ασφαλιστικό, όπου ο Αρειος Πάγος έχει από το 1981 κρίνει αντισυνταγματική τη δρακόντεια -σε σχέση με τις εισφορές τους- περικοπή της σύνταξης των υψηλομίσθων προς όφελος των χαμηλομίσθων (ή, μάλλον, των… μισθών των υπαλλήλων των ταμείων). Δυστυχώς, η από εικοσαετίας τολμηρή του απόφαση δεν έχει βρει το ανάλογό της στο Συμβούλιο της Επικρατείας, παρ’ ότι σ’ αυτό συνήθως επιφυλάσσουμε τους επαίνους μας περί τόλμης…

* * *