ΑΠΟΨΕΙΣ

ΣΤΑΣΕΙΣ

Ε κατσε και μελέτησε το ζήτημα απ’ όλες τις πλευρές του: Τι λείπει κυρίως στον κόσμο σήμερα, σε πλούσιους, φτωχούς και μικρομεσαίους; Χρόνος του λείπει. Ελεύθερος χρόνος. Τι του περισσεύει του ίδιου, μιας κι ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε να συναριθμείται στους «αέργους»; Χρόνος και πάλι, ελεύθερος χρόνος. Κι επειδή από παλιά ασπαζόταν το δόγμα «ο χρόνος είναι χρήμα» (καίτοι στη δική του περίπτωση η περίσσεια του ενός αγαθού δεν σήμαινε και περίσσεια του άλλου), αποφάσισε ν’ αρχίσει να πουλάει χρόνο, όπως άλλοι πουλάνε παγωτά ή «πληροφορίες». Βέβαιος πως υπάρχει ζήτηση, σκέφτηκε να αναλάβει η χάρη του τον τομέα της προσφοράς και στρώθηκε να σχεδιάσει όσο το δυνατόν αρτιότερα μια επιχείρηση που θα συνδύαζε το κοινώς χρήσιμο μετά του προσωπικώς ωφελίμου.

Διάλεξε λοιπόν μια καλή γειτονιά, από αυτές με τη ζωηρή εμπορική κίνηση, τα πολλά γραφεία και τις πολλές υπηρεσίες, και την έκανε στέκι του. Φορώντας τα πιο καλά του ρούχα και κρατώντας στο χέρι του ένα από κείνα τα τσαντάκια που βεβαιώνουν πως είσαι πολυάσχολος, έμπαινε στην πρώτη τράπεζα, ύστερα στη δεύτερη, πεταγόταν έπειτα στην εφορία, έκανε μια στάση στο ΙΚΑ, περνούσε από το Ταχυδρομείο και τέλειωνε την πρώτη βόλτα με άλλες δύο τράπεζες. Ως το μεσημέρι, έκανε τρεις-τέσσερις φορές την ίδια διαδρομή. Οπου έμπαινε, πατούσε το μαγικό κουμπάκι στο μηχάνημα «κατανομής προτεραιότητας», έπαιρνε το επίσης μαγικό χαρτάκι και περίμενε. Αργά ή γρήγορα, όταν συνέρρεε το βιαστικό πλήθος, όλο και κάποιος άρχιζε να ξεφυσάει από το άγχος και τα νεύρα του. Τον διπλάρωνε λοιπόν με ύφος μελιστάλαχτο, «να σας εξυπηρετήσω θέλω», και λέγοντας σεμνά ένα αμυδρό «ό,τι προαιρείσθε για το χρόνο μου» (όπως οι παπάδες στα βαφτίσια), αποσπούσε πότε ένα κατοστάρικο, πότε ένα πεντακοσάρικο από τον ευτυχισμένο θνητό που έβλεπε ότι αντί να σκοτίζεται περιμένοντας στην ουρά μέχρι να φανεί το νούμερό του, το μακρινό 374, μπορούσε να κάνει γρήγορα τη δουλειά του χάρη στον αριθμό του ευγενικού αγνώστου, το 79. Εδινε πεντακόσιες δραχμές και κέρδιζε μία ή δύο ώρες. Ποιος ο κερδισμένος;

Το μεροκάματο έβγαινε καλούτσικο, η συνείδηση του πωλητή χρόνου ήταν ικανοποιημένη για το κοινωνικό έργο που πρόσφερε ο ιδιοκτήτης της, ώσπου κάποιος κακοήθης, που μάλλον εποφθαλμιούσε το αποδοτικό πόστο, τον κάρφωσε στη εφορία, τάχα ό,τι δουλεύει δίχως να κόβει αποδείξεις και να πληρώνει τέλη. Τι να κάνει, παρά να μείνει πάλι «άεργος», πήγε και ζήτησε «έναρξη ασκήσεως επιτηδεύματος». «Ποια ακριβώς είναι η δουλειά σας;», τον ρώτησαν στην εφορία. «Εμπορος χρόνου». «Και το όνομά σας;» «Προυστ. Μαρσέλ Προυστ» τους απάντησε. Κι εκείνοι δεν έχουν καταλήξει ακόμη αν πρέπει να του δώσουν ΑΦΜ, όπως στις επιχειρήσεις, ή ISBN, όπως στα βιβλία.