ΑΠΟΨΕΙΣ

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ

Η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας όσον αφορά την εγγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, ανοίγει ίσως τον δρόμο για την αποκατάσταση των σχέσεων ή καλύτερα τον επαναπροσδιορισμό σε καθαρές και ειλικρινείς αρχές. Με ψήφους 23 υπέρ και 11 κατά, η Ολομέλεια απεφάνθη ότι είναι αντισυνταγματική ακόμη και η προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος. Διατυπώθηκαν και άλλα ερωτήματα και διαμορφώθηκαν διαφορετικοί συσχετισμοί ψήφων. Στο βασικό ερώτημα ο συσχετισμός ήταν 23-11. Η σημασία της απόφασης έγκειται σε τούτο: Οτι δεν μπορεί να διενεργηθεί δημοψήφισμα και να κληθεί ο λαός να απαντήσει σε αντισυνταγματικό ερώτημα και ένα μέρος, μικρό ή μεγάλο, να ψηφίσει… υπέρ της αντισυνταγματικότητας. Αυτό στην ουσία είναι που ζητάει η ηγεσία της Εκκλησίας με τη διαβόητη συγκέντρωση υπογραφών.

Η απόφαση της Ολομέλειας δίνει και ένα γενικότερο μάθημα νομιμότητας. Συχνά ακούμε περίεργες ερμηνείες της συνταγματικής αρχής ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό». Συμπεραίνουν ότι η πλειοψηφία του λαού μπορεί να αποφασίσει οτιδήποτε, π.χ… το κάψιμο όλων των δασών. Παρόμοιες θεωρίες ανέπτυξε κατά καιρούς και ο κ. Χριστόδουλος και μερικοί άλλοι ιεράρχες. Παραλείπουν ή δεν προσέχουν το δεύτερο σκέλος της συνταγματικής αρχής, ότι πηγάζουν μεν από τον λαό, αλλά «ασκούνται όπως προβλέπει το Σύνταγμα και ο νόμοι». Θα μου πείτε ότι έρχονται στιγμές που η πλειοψηφία του λαού ασφυκτιά μέσα σ’ αυτό το κέλυφος της συνταγματικής νομιμότητας. Τότε επιλέγει κανείς μεταξύ ανταρσίας και συνταγματικής νομιμότητας. Δεν πιστεύω ότι ο κ. Χριστόδουλος και η ηγεσία της Εκκλησίας έχουν επιλέξει την ανταρσία ή το πραξικόπημα. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι πάντοτε τόσο τυπικά. Η ηγεσία της Εκκλησίας δεν έπρεπε να βάλει τους πολίτες και πιστούς (συγχέοντας σκοπίμως δύο διαφορετικές ιδιότητες) σε διλήμματα και δοκιμασίες, να αποφασίσουν τούτο ή το άλλο, ως πιστοί να εκφράσουν με την υπογραφή τους τη θρησκευτική τους πίστη και ταυτόχρονα ως πολίτες να ζητήσουν διαδικασίες που από την αρχή κρίθηκαν αντισυνταγματικές.

* * *

Λέγεται ότι η Εκκλησία συγκέντρωσε περισσότερες από τρία εκατομμύρια υπογραφές. Τον αριθμό αυτό, έστω και αν υπάρχουν πολλοί και βάσιμοι λόγοι αμφισβήτησης, ούτε η κυβέρνηση, ούτε κανένας άλλος μπορεί να τον αγνοήσει. Αν μη τι άλλο δείχνει αυτό, που ο κ. Χριστόδουλος από καιρό ήθελε να δείξει: το λαϊκό έρεισμα της Εκκλησίας ως δική του πολιτική δύναμη. Απολύτως σεβαστή φιλοδοξία, ο κ. Χριστόδουλος, όπως και ο έσχατος των πολιτών, έχει το αναφαίρετο δικαίωμα της πολιτικής δραστηριότητας, να έχει πολιτική άποψη για όλα τα ζητήματα και να μάχεται γι’ αυτήν. Ας αφήσει όμως ήσυχη την Εκκλησία, όπως τη γνωρίσαμε και όπως συνηθίσαμε να ζούμε με αυτήν, πιστοί και άπιστοι.

Τα τρία εκατομμύρια υπογραφές από τη μία πλευρά και η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας από την άλλη είναι ισχυρά γεγονότα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τις δύο πλευρές στο ίδιο τραπέζι. Οχι για να αναζητήσουν κάποιον υποκριτικό συμβιβασμό που για μεν την Εκκλησία θα ήταν «σκάνδαλο» και για την Πολιτεία «μωρία». Και από τις δύο πλευρές μερικοί εργάζονται παρασκηνιακά για έναν τέτοιον συμβιβασμό, με συναλλαγή και ανταλλάγματα. Στο κάτω κάτω, επί ένα χρόνο δόθηκε μια μάχη στην ουσία της πολιτική και ιδεολογική (και γι’ αυτό πολύ σημαντική). Διεξήχθη κάκιστα από το ΠΑΣΟΚ με καιροσκοπούσα τη Ν.Δ. και απούσα (αν είναι δυνατόν!) την Αριστερά. Αν θα έπρεπε να ανακηρύξουμε κάποιον νικητή, αυτός αναμφισβήτητα είναι ο κ. Χριστόδουλος. Εδωσε τη μάχη με θάρρος και πείσμα και με σαφείς στόχους. Και αν θα έπρεπε να ανακηρύξουμε κάποιον ηττημένο, αυτή είναι η Εκκλησία.

* * *

Επειδή ο κ. πρωθυπουργός προτιμάει τις «καθαρές λύσεις» η μόνη καθαρή λύση είναι η αποσαφήνιση των ρόλων του Κράτους και της Εκκλησίας. Δύσκολη δουλειά που απαιτεί διαπραγματευτές με γνώση, με νηφαλιότητα και υπομονή.