ΑΠΟΨΕΙΣ

ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ

Ο υπερπληθυσμός των δικηγόρων, που απασχόλησε την Ολομέλεια των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων στη Χίο, αποτελεί πρόβλημα οξύ και αμέσως συνδεδεμένο με την ποιότητα των νομικών υπηρεσιών στη χώρα. Η κατάσταση αυτή δεν αφορά, όμως, μόνον τους δικηγόρους – ούτε καν τον νομικό κλάδο γενικότερα. Αποτελώντας μία από τις όψεις της ανεργίας, παρατηρείται σε πλήθος επιστημονικών επαγγελμάτων, ακριβώς όπως καταγράφεται σε πλήθος θέσεων εξαρτημένης εργασίας. Ηδη σήμερα συζητούμε για υπερεπάρκεια ιατρών, ενώ μέχρι προ ετών μια ιατρική ειδικότητα εγγυάτο ικανοποιητικές, αν όχι πλουσιοπάροχες απολαβές.

Η «πληθυσμιακή έκρηξη» στα επιστημονικά επαγγέλματα βρίσκει χαρακτηριστική έκφραση στο αυξανόμενο ενδιαφέρον των νομικών να γίνουν δικαστές και των γιατρών να προσληφθούν στο ΕΣΥ. Και αν οι πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων απέδωσαν στην Εθνική Σχολή Δικαστών την -αμφισβητούμενη, πάντως- αναβάθμιση των δικαστών, η δικηγορική «πιάτσα» βοά ότι αιτία της προσελκύσεως καλυτέρων νομικών από το Δικαστικό Σώμα δεν είναι η Σχολή, αλλά η ιλιγγιώδης αύξηση αποδοχών που οι δικαστές απένειμαν εαυτοίς: η ανασφάλεια της επαγγελματικής ελευθερίας καθιστά ελκυστική την προοπτική μιας σταδιοδρομίας σε μόνιμη και αξιοπρεπώς αμειβόμενη θέση.

Η τελευταία παρατήρηση έχει κρίσιμη σημασία, γιατί επισημαίνει ότι η ουσία του προβλήματος είναι απολύτως συνδεδεμένη με τις αρχές της ελεύθερης αγοράς. Οσο και αν μας ξενίζει όταν συζητούμε για επιστήμονες, η κατάσταση στα ελεύθερα επαγγέλματα δεν είναι ποιοτικώς διάφορη από τα συμβαίνοντα στις επιχειρήσεις. Οι τελευταίες ανοίγουν και γιγαντώνονται ή κλείνουν, χωρίς κανείς ποτέ να σκεφθεί να καθιερώσει «κλειστό αριθμό», για να εξασφαλίσει την αξιοπρεπή επιβίωσή τους. Μόνον η διασφάλιση συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού αξιώνεται. Αν στους ελεύθερους επαγγελματίες ζητήσει κανείς το αντίθετο, θα μιλάει μάλλον για «άλλη» οικονομία, πολύ διαφορετική από εκείνη, στην οποία αίτημα είναι η περαιτέρω απελευθέρωση. Και προτάσεις, όπως ο περιορισμός των θέσεων, η δημιουργία Σχολής Δικηγόρων (πέραν της Νομικής!) ή η εξέλιξη των εξετάσεων σε «λαιμητόμους», απλώς συγκαλύπτουν την επιθυμία επιβολής υψηλών… «διοδίων» εισόδου στο επάγγελμα.

Το ότι φραγμοί του είδους έχουν εκ παραδόσεως τεθεί σε άλλες ελεύθερες οικονομίες δεν σημαίνει ότι αποτελούν και την ορθή λύση. Αν η αγορά ελκύει πολλούς στη δικηγορία ή την ιατρική, η ίδια είναι που θα τους απομακρύνει. Το κράτος μπορεί να συμβάλει με σχετική προσαρμογή των σπουδών στην αγορά εργασίας, όπως με τη μείωση των θέσεων στις νομικές ή ιατρικές σχολές, και με την προστασία του ανταγωνισμού, όπως με την απαγόρευση σε εταιρείες λογιστών να αγοράζουν(!) δικηγορικά γραφεία – αλλ’ όχι με περιορισμούς που θα νόθευαν τον χαρακτήρα του ελεύθερου επαγγέλματος στη δικηγορία, την ιατρική ή όποιον άλλον επιστημονικό κλάδο…

«Κάποιος να κυβερνήσει», λένε αρκετοί, μεταξύ αυτών κυρίως όλοι όσοι στήριξαν εξαρχής τον κ. Σημίτη: εκσυγχρονιστές εντός και εκτός ΠΑΣΟΚ, ψηφοφόροι της Αριστεράς και της Δεξιάς, οι οποίοι είδαν τον πρωθυπουργό να «(αυτο)εγκλωβίζεται» σε μηχανισμούς συντροφικής αμφισβήτησης και άρνησης. Είδαν την κυβέρνηση να μοιάζει οργανισμός σε παράλυση. Είδαν το κράτος αντί να μεταρρυθμίζεται προς το συμφέρον όλης της κοινωνίας, να επιστρέφει σε ρυθμούς οι οποίοι παραπέμπουν στην ύπαρξη τέλματος. Αλλά και… «Κάποιος να κυβερνήσει… με ευαισθησία», λένε κάποιοι άλλοι. Κυρίως άνθρωποι του μόχθου, μη προνομιούχοι Ελληνες. Αλλά και πολιτικοί και κομματικά στελέχη που αυτοπροσδιορίζονται στο αριστερό φάσμα του πολιτικού μας συστήματος – εντός ΠΑΣΟΚ και εντός της Αριστεράς. Πολιτικοί και στελέχη που δεν είναι στο σύνολό τους ειλικρινείς. Που, απλώς θέλουν ανακατατάξεις και αλλαγές προσώπων μόνο και μόνο για να επωφεληθούν οι ίδιοι και όχι για να υλοποιηθούν κοινωνικές πολιτικές, στο όνομα των οποίων -τάχα!- εμφανίζονται να ομιλούν!…