ΑΠΟΨΕΙΣ

«Προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός;»…

«Ανθρωποι, άνθρωποι. Αιμοδιψείς, αιμοχαρείς και αιμοβόροι. Προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός;». H πασίγνωστη κινηματογραφική ερώτηση του Χρήστου Τσαγανέα για τις προ 55ετίας μετεμφυλιακές ψυχώσεις, θα μπορούσε να επαναληφθεί και σήμερα. Με αφορμή το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα των διεξαγομένων την Κυριακή εκλογών. Δηλαδή το εγχείρημα αναβιώσεως ενός παρωχημένου και νοσηρού πολιτικού κλίματος, στο οποίο πρωτοστατεί η σημαντικότατη μερίδα των MME, που πρόσκειται στο κυβερνών κόμμα. Και με εξίσου ενδεικτικό το γεγονός ότι, παρά τη συντονισμένη προσπάθεια υποδαυλίσεως των παθών, του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας του παρελθόντος, η εκλογική βάση του κυβερνώντος κόμματος παρουσιάζει -κατά προφανή αναντιστοιχία- τον χαμηλότερο, συγκριτικώς, δείκτη συσπειρώσεως. Δηλαδή τον μικρότερο ζήλο και δυναμισμό για τη νίκη, τη λιγότερη αγωνία, στο ενδεχόμενο ήττας του κόμματος που ψηφίζει.

Το φαινόμενο είναι ευεξήγητο για τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, αλλά παράδοξο και απρόσμενο για τα MME που υποτίθεται ότι τους εκφράζουν. Λογικό είναι οι οπαδοί ενός πολιτικού φορέα, που κατέχει επί μακρόν την εξουσία, να υστερούν σε πάθος και δυναμισμό έναντι των ψηφοφόρων των κομμάτων της αντιπολιτεύσεως. Οι πρώτοι αναφέρονται σε μια διακυβέρνηση, που δοκιμάσθηκε στην πράξη, έχοντας, αναπόφευκτα, προκαλέσει απογοητεύσεις και υποστεί φθορά. Συνεπώς είναι περισσότερο απολογητές και λιγότερο επικριτές. Αντίθετα, οι ψηφοφόροι της αντιπολιτεύσεως -και δη της μείζονος- είναι κατήγοροι, διαθέτοντας, επιπλέον, το επιθετικό φρόνημα που απαιτείται για την επιβολή μιας νέας και «ελπιδοφόρου» διακυβερνήσεως.

Στο σημείο αυτό σκόπιμο είναι να προστεθεί ότι οι προδιαγραφές και τα κίνητρα, βάσει των οποίων ο ψηφοφόρος διαμορφώνει σήμερα την εκλογική του βούληση, εν πολλοίς είναι απηλλαγμένα των ιδεοληψιών, των προκαταλήψεων και των διχαστικών διλημμάτων του παρελθόντος. Με εξαίρεση, λοιπόν, τη μερίδα των οπαδών που προσβλέπει ιδιοτελώς στη διατήρηση ή την κατάκτηση της νομής της εξουσίας και η οποία αντιμετωπίζει περίπου ως «ζήτημα ζωής» το αποτέλεσμα της κάλπης, η πλειοψηφία των ψηφοφόρων αξιολογεί τους αντιπάλους ψύχραιμα, με περισσότερο αντικειμενικά και λιγότερο «στρατευμένα» κριτήρια. Σ’ αυτήν, άλλωστε, την απεξάρτηση του εκλογικού σώματος από παρωχημένες ιδεολογικοπολιτικές δουλείες, οφείλεται και η προοδευτική, κατά την τελευταία 15ετία, εξάλειψη των «κομματικών φερεφώνων» στον χώρο του Τύπου και γενικότερα των ΜΜΕ.

Είναι, λοιπόν, ολοφάνερο ότι η αναπαλαίωση του φανατισμού, της μισαλλοδοξίας και του διχαστικού κλίματος, που επιχειρείται από την προαναφερθείσα μερίδα των MME, όχι μόνον δεν εκφράζει το εκλογικό σώμα, αλλά έχει και μηδαμινή απήχηση. Συνεπώς αυτή η αγωνία, το πάθος και φανατισμός για τη νίκη του «έχοντος και κατέχοντος» την εξουσία, μάλλον προδίδει και επιβεβαιώνει αλλότρια συμφέροντα, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με την προκοπή του τόπου, το όφελος του ελληνικού λαού και -πάνω απ’ όλα- με την προαπαιτούμενη εξυγίανση της πολιτικής μας ζωής…