ΑΠΟΨΕΙΣ

Προεκλογικά και κυβερνητικά

Μία από τις κρίσιμες αντιφάσεις της δημοκρατίας είναι ότι, κατά κανόνα σχεδόν ανεξαίρετο, το ίδιο πρόσωπο καλείται να κερδίσει τις εκλογές και, αν τις κερδίσει, να κυβερνήσει το κράτος. Κι ούτε μπορεί να γίνει αλλιώς: οι εκλογές είναι και ένα είδος εξετάσεων στις οποίες υποβάλλεται ο αρχηγός του κόμματος ζητώντας να πάρει με το μέρος του αρκετούς ψηφοφόρους, ώστε να γίνει αρχηγός της κυβέρνησης – ή, έστω, της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Θα ήταν αδιανόητο να επιχειρηθεί μια κατανομή των εργασιών, κάποιος που θα ήταν κατάλληλος για να κερδίσει εκλογές και κάποιος άλλος που θα ήταν κατάλληλος να κυβερνήσει.

Κι όμως είναι τόσο διαφορετικά τα χαρίσματα που απαιτούνται για κάθε μία από τις δουλειές αυτές! Αν επιχειρούσε κανείς να σκιαγραφήσει τον ανθρώπινο τύπο που μπορεί να κερδίζει τις εκλογικές αναμετρήσεις θα πρόβαλλε τον ρήτορα που είναι ικανός να παρασύρει τα πλήθη, τον άνθρωπο που με την παρουσία του, τη στάση του, τις κινήσεις του εμπνέει το ακροατήριό του, τον συζητητή που βρίσκει την εύστοχη απάντηση σε κάποια δημόσια συζήτηση – με λίγα λόγια ένας αθλητής της επικοινωνίας. O ανθρώπινος τύπος που μπορεί να χαράξει την πορεία μιας κυβέρνησης είναι άλλος: γνώστης των φακέλων με τα προβλήματα, ικανός να επιλέξει τις λύσεις που ανταποκρίνονται στο συμφέρον του τύπου, έτοιμος να ακούσει τους συνεργάτες του αλλά και να τους επιβάλει τελικά τις επιλογές του και ακόμα σταθερός με ικανότητες προσαρμογής, έντιμος με ρεαλισμό, θαρραλέος με φρόνηση – ένας αθλητής της γνώσης, της θέλησης και του ήθους.

Υποσχέσεις και πραγματοποιήσεις

Η αντίφαση δεν εκδηλώνεται μόνο στο επίπεδο των προσωπικών χαρισμάτων. Είναι δύσκολο να συμπέσουν οι προεκλογικές υποσχέσεις και οι κυβερνητικές πραγματοποιήσεις. Οι προγραμματικές διακηρύξεις του κάθε κόμματος έχουν τριπλή λειτουργία: να υποδηλώσουν την ταυτότητα του κόμματος (προπάντων αν αυτή δεν προκύπτει από την ιστορία του), να εξαγγείλουν τις γενικές γραμμές της πολιτικής που θα ακολουθήσει στα επίμαχα θέματα και να τραβήξουν πελάτες. Δεν είναι παράξενο ότι, από τις λειτουργίες αυτές, η τρίτη φαίνεται στις παραμονές των εκλογών η πιο επείγουσα και η πιο επιτακτική. Ετσι η -λιγότερο ή περισσότερο- δημαγωγία είναι στοιχείο του προεκλογικού αγώνα – η αλήθεια δεν έχει πέραση.

Η ώρα της αλήθειας φθάνει με την εκλογική νίκη – η ήττα που οδηγεί στην αντιπολίτευση επιτρέπει τη συνέχιση της δημαγωγίας. Με τον σχηματισμό της κυβέρνησης από το κόμμα που νίκησε, τα λόγια παραμερίζονται και έρχεται η ώρα της πράξης: τα στενά οικονομικά περιθώρια, οι καταναγκασμοί και οι κίνδυνοι της εξωτερικής πολιτικής, η κοινωνική αντίσταση σε μέτρα που όμως είναι αναγκαία. Κι από πάνω, οι αξιώσεις των ψηφοφόρων που κραδαίνουν τις ανεξόφλητες προεκλογικές επιταγές.

Ο μεγάλος πειρασμός είναι να προσπαθήσει η κυβέρνηση να αναβάλει την ώρα της αλήθειας, συνεχίζοντας την προεκλογική δημαγωγία. Αυτό δεν είναι ακατόρθωτο και άλλωστε το έχουμε ζήσει στον τόπο μας: με δανεικά, με προσωρινές ψεύτικες λύσεις, με μεγαλόστομες διακηρύξεις αντίθετες προς την πραγματικότητα, συντηρείται μετεκλογικά η προεκλογική ευφορία. Ολοι είναι ευτυχείς, ενώ οι ζημιές σωρεύονται, το μέλλον υποθηκεύεται και η διωγμένη αλήθεια απλώς παραφυλάει στη γωνιά. Μια τέτοια στάση, μάλιστα, συχνά προβάλλει και τη δικαίωσή της: αν δεν γίνουν έτσι όλα αυτά, σίγουρα θα έρθει στην εξουσία κάποιο αντίπαλο κόμμα που, εξ ορισμού, υποτίθεται ότι δεν μπορεί παρά να είναι χειρότερο.

Το ψέμα που δεν λειτουργεί

Και τι πρέπει λοιπόν να γίνει; Να αναχθεί σε ύψιστη πολιτική αρχή το καθήκον της ασυνέπειας προς τις προεκλογικές υποσχέσεις; Για την απάντηση στο ερώτημα, ας αποφύγουμε τις μεγαλοστομίες. Ετσι όπως διεξάγεται το δημοκρατικό προεκλογικό παιχνίδι, στον τόπο μας και παντού, η απόκλιση ανάμεσα στις υποσχέσεις και τις πραγματοποιήσεις είναι θεμιτή και αναμενόμενη. Ισως να έδειχνε κάποιο υπέρμετρο κυνισμό ο υπουργός που, πριν από λίγα χρόνια (ιδιωτικά, βέβαια) κατηγορούσε τους συνυπουργούς του ως ανόητους (ο όρος ήταν διαφορετικός…), γιατί «νομίζουν ότι μπορούμε να κάνουμε ως κυβέρνηση αυτά που λέγαμε προεκλογικά». Το γεγονός πάντως είναι ότι το ψέμα είναι γνήσιο ψέμα από τη στιγμή που μπορεί να γίνει πιστευτό, ενώ κανείς δεν παίρνει τοις μετρητοίς τις προεκλογικές διακηρύξεις.

Αλλά αυτή ακριβώς η προϊούσα λαϊκή επιφυλακτικότητα ίσως δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο οξύ όσο το πιστεύουμε. H αλόγιστη προεκλογική διανομή υποσχέσεων για τη διαφήμιση του εμπορεύματος «κόμμα» στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι περισσότεροι ψηφοφόροι είναι αθεράπευτα αφελείς. Και πολλά είναι τα σημάδια που δείχνουν ότι η υπόθεση αυτή δεν επαληθεύεται πια, πάντως δεν επαληθεύεται στον βαθμό που φαίνονται να την αποδέχονται οι οργανωτές των προεκλογικών αγώνων. Σημάδι κρίσιμο: η τεχνητή φύση των μεγάλων λαϊκών συγκεντρώσεων, όπου το πλήθος και το πάθος κατέληγε σε συμπτώματα υστερικής αλλοφροσύνης, σαν τελετές αγρίων. Αλλο σημάδι: η προτίμηση προς το τεκμηριωμένο επιχείρημα εις βάρος της ρητορικής κορώνας.

Οταν ο πολίτης ωριμάζει

Μήπως, τελικά, τα προεκλογικά φούμαρα είναι άχρηστα ή και βλαβερά; Μια γενική άνοδος του μορφωτικού επιπέδου, οι εμπειρίες από τριάντα χρόνια αδιατάρακτης λειτουργίας της δημοκρατίας στον τόπο μας, η έστω και ανεπαρκής διάδοση της επαφής με τα πολιτικά δρώμενα από την τηλεόραση, η διάψευση των πολιτικών λόγων από τις πολιτικές πράξεις – πολλοί συντελεστές έχουν ξυπνήσει την κριτική στάση του πολίτη ώς τα μικρότερα χωριά. Ισως δεν είμαστε μακριά από την ώρα όπου θα ακούγεται ως απάντηση στις προεκλογικές υποσχέσεις η καταλυτική ερώτηση: και πώς θα τα κάνετε όλα αυτά; H αοριστία ή η υπεκφυγή στις απαντήσεις θα οδηγεί στην απόρριψη του υποψηφίου. H αναγκαιότητα του προεκλογικού ψέματος θα έχει εκλείψει.

Η εκλογίκευση της πολιτικής διαδικασίας θα έχει αντίκτυπο και στη διάσταση που ακόμα παρατηρείται στο επίπεδο των προσωπικών χαρισμάτων. O δημεγέρτης ρήτορας αρχίζει ήδη να θεωρείται είδος παλαιομοδίτικο που παραχωρεί σιγά σιγά τη θέση του στον αναλυτή του πολιτικού προγράμματος. Στο τέρμα αυτής της εξέλιξης, τα χαρίσματα του αρχηγού της προεκλογικής εκστρατείας δεν θα διαφέρουν και τόσο από τα γνωρίσματα του υπεύθυνου πολιτικού ηγέτη.

Η εκλογή των προσώπων που, τελικά, θα αποδειχθούν κατάλληλα να αναλάβουν την ηγεσία της πολιτείας, είναι έργο δύσκολο, γιατί παρεμβάλλονται συμφέροντα, συμπάθειες, παραδόσεις, προκαταλήψεις ακόμη και εξαπατήσεις. Εχουν προταθεί και ημι-αυτόματα συστήματα με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα κατάλληλα τεστ, όπου ο εκλογέας θα καταχωρούσε τα ιδεατά (γι’ αυτόν) προσόντα του πολιτικού ηγέτη και η μηχανή θα διαπίστωνε ποιοι από τους υποψηφίους ανταποκρίνονται σ’ αυτές τις αξιώσεις. Αλλά τέτοια σχέδια μένουν ευτυχώς ανεφάρμοστα, γιατί κλείνουν μέσα τους απείρως περισσότερους κινδύνους από όσους θέλουν να προλάβουν. Και δεν μένουν παρά τα παλαιά, καθιερωμένα συστήματα εκλογών – με την ελπίδα πως η ωρίμαση των εκλογέων οδηγεί σε θετικές μελλοντικές εξελίξεις.