ΑΠΟΨΕΙΣ

Γιατί αποσιωπάται ένα πολιτικό έγκλημα;

Το αποτέλεσμα των σημερινών εκλογών, το οποιοδήποτε, θα ήταν διαφορετικό, αν οι Ελληνες ήξεραν τι πραγματικά συμβαίνει έστω και σε ένα μόνο τομέα του δημόσιου βίου της πατρίδας τους. Μόνο στην εξωτερική πολιτική ή μόνο στην παιδεία ή μόνο στην υγεία ή στις ασφαλίσεις.

Αν σε μία και μόνο περιοχή κυβερνητικής ευθύνης μπορούσε να καταδειχθεί (τεκμηριωμένα και πειστικά) ότι συντελέστηκαν εγκλήματα (κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά) σε βάρος του κοινωνικού σώματος. Θα ήταν ένδειξη υπερεπαρκής για να καταψηφίσουν σαρωτικά οι νοήμονες πολίτες τους αυτουργούς. Σαρωτικά. Αν οι επαρκώς νοήμονες (όσοι μπορούν να συναγάγουν συνολική κρίση από τη βαρύτητα επιμέρους εγκλημάτων) είναι τόσοι που να συγκροτούν κρίσιμη εκλογική μάζα.

Γι’ αυτό και πρώτιστο πολιτικό έγκλημα είναι η εξουδετέρωση κάθε ενδεχόμενης αποτελεσματικότητας της καταγγελίας εγκλημάτων. Εξουδετέρωση που κατορθώνεται με δύο (πασίγνωστους) τρόπους: Την αποσάθρωση των θεσμών παιδείας και εκπαίδευσης και την αχρήστευση του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου (της δυνατότητας να ασκείται κοινωνικός έλεγχος στους συντελεστές της παραπληροφόρησης και αποχαύνωσης των πολιτών).

Πασίγνωστος κοινός τόπος: H οικονομική ευρωστία ενός λαού, η ποιότητα της ζωής του, το διεθνές κύρος και οι ιστορικές του προοπτικές είναι συνάρτηση της εκπαιδευτικής πολιτικής και του κοινωνικού ελέγχου των MME. Αυτοί οι δύο παράγοντες (κυρίως) καθορίζουν την κατά κεφαλήν καλλιέργεια, το επίπεδο νοημοσύνης και ευθυκρισίας. Αρα και το αποτέλεσμα των εκλογικών αναμετρήσεων.

Στην Ελλάδα σήμερα μοιάζει να έχει εξουδετερωθεί κάθε πιθανή αποτελεσματικότητα καταγγελίας πολιτικών εγκλημάτων. Οι θεσμοί παιδείας και τα MME έχουν κατορθώσει να είναι τόσοι οι επαρκώς νοήμονες πολίτες (οι ικανοί να συναγάγουν συνολική πολιτική κρίση από τη βαρύτητα επιμέρους εγκλημάτων), ώστε να μη συγκροτούν κρίσιμη εκλογική μάζα. Αυτό το ξέρουν καλά οι επαγγελματίες της πολιτικής, γι’ αυτό και αποφεύγουν να καταγγείλουν ακόμα και πελώρια πολιτικά εγκλήματα αντιπάλων τους.

Αρνούνται να πουν τα πράγματα με το όνομά τους. Φοβούνται μήπως και φανατίσουν ακόμα περισσότερο όσους άκριτα, παγιδευμένοι σε μικρονοϊκές προκαταλήψεις, κλείνουν τα μάτια μπροστά σε εγκλήματα των κυβερνώντων. Αυτούς όλους θέλει η αντιπολίτευση να τους κερδίσει στο επίπεδο των εντυπώσεων, όχι των πραγματικών προβλημάτων. Στρογγυλεύουν τα λόγια τους οι αντιπολιτευόμενοι, πασχίζουν να μη θίξουν, να μη δυσαρεστήσουν, να περιορίσουν την κριτική σε ανώδυνες γενικότητες (που μόλις και υπεμφαίνουν κάποια διαφορά από τα αντίπαλα κόμματα, χωρίς να εμφανίζουν αντίθεση).

Βέβαια, η απουσία λόγου καταγγελτικού όταν τα πολιτικά εγκλήματα είναι (έστω και για λίγους) εξόφθαλμα, παγιώνει την εντύπωση ότι οι επαγγελματίες της πολιτικής «όλοι ίδιοι είναι» – αποφεύγουν την καταγγελία για να μην την υποστούν κάποτε και οι ίδιοι. Γι’ αυτό και λέξεις όπως: «κλοπή» του δημόσιου χρήματος, «κατάχρηση», «σφετερισμός» είναι αποκλεισμένες από το πολιτικό λεξιλόγιο, σιωπηρά απαγορευμένες. Χαρακτηρίζονται ευγενικά, αόριστα και απρόσωπα «διαπλοκή» οι προμήθειες των Ενόπλων Δυνάμεων ή οι χαριστικές αναθέσεις δημόσιων έργων ή η διαχείριση προγραμμάτων της E.E., που έχουν τεκμηριωμένα αποδειχθεί χρυσοτόκες για πολιτικούς και μέλη των οικογενειών τους.

Για τους ίδους λόγους δεν θα καταγγελθεί ποτέ, ούτε θα χαρακτηριστεί με γλωσσικούς όρους που να κυριολεκτούν, η ανάδειξη ενός πολιτικού σε καίρια ηγετική θέση ύστερα από ενθουσιώδη επαινετικά δημοσιεύματα (συγκεκριμένων) αμερικανικών εφημερίδων. Κραυγαλέες υποχωρήσεις, παραχωρήσεις και παραλείψεις σε θέματα εδαφικής κυριαρχίας, κρατικής ανεξαρτησίας και εθνικής αξιοπρέπειας δεν θα ονομαστούν ποτέ «ενδοτισμός» και σε καμιά περίπτωση «προδοσία» – έστω κι αν ζημιώθηκε ανεπανόρθωτα η χώρα για να κερδίσει ο πολιτικός συγκεκριμένο θώκο με παρέμβαση του «ξένου παράγοντα». Τέτοιες λέξεις θα θέσουν εκτός πολιτικού παιχνιδιού όποιον τις εκστομίσει: το «ήπιο κλίμα» της «ανοχής», του «πλουραρισμού», του «διαλόγου» προϋποθέτει αφανιστικές συνέπειες για τους παραβάτες.

Το αποτέλεσμα των σημερινών εκλογών, το οποιοδήποτε, θα ήταν διαφορετικό, αν οι Ελληνες ήξεραν τι πραγματικά συμβαίνει αυτήν την ώρα με την Κύπρο και ποιοι ευθύνονται. Για πρώτη φορά, στα όσα χρόνια διακυβεύεται η ελευθερία και η ταυτότητα αυτού του αείποτε ελληνικού νησιού, τώρα, με την ένταξή του στην E.E., ο Ελληνισμός βρέθηκε να διαπραγματεύεται με τον Αγγλο επικυρίαρχο και με τον εισβολέα Αττίλα από θέσεως ισχύος. Και αυτό το αναπάντεχο κατόρθωμα πουλήθηκε ωμά και αδιάντροπα, ακυρώθηκε από αυτούς που το κατόρθωσαν, χωρίς ο ελληνικός λαός να έχει ακόμη καταλάβει τι ακριβώς έχει συμβεί.

Υποτίθεται ότι στην Κοπεγχάγη οι Ευρωπαίοι εταίροι είχαν δεχθεί να εντάξουν την Κυπριακή Δημοκρατία στην E.E. ως πλήρες μέλος, χωρίς να περιμένουν λύση του προβλήματος εισβολής και κατοχής. Και η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας θα διαπραγματευόταν με τον Αττίλα πάνω στους όρους του «ευρωπαϊκού κεκτημένου». Ομως, η ελληνική πλευρά έσπευσε να παραιτηθεί από αυτήν την αναπάντεχη δικαίωση και βρίσκεται σήμερα να παζαρεύει το διαβόητο «σχέδιο Ανάν» παγιδευμένη τελεσίδικα σε μεθοδεύσεις και προθεσμίες που ακυρώνουν την κρατική οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, φυσικά και την ένταξή της στην E.E., μαζί και τις όποιες προϋποθέσεις να διασωθούν κατάλοιπα ελληνικότητας στο νησί.

Οι αναγνώστες της «Καθημερινής» είχαν τη δυνατότητα να σχηματίσουν εικόνα του τερατώδους πολιτικού εγκλήματος χάρη σε εμπεριστατωμένα άρθρα, όπως του κ. Γ. Δελαστίκ (22.2.2004) ή στις δηλώσεις του κ. B. Λυσσαρίδη (28.2.2004). H απορία είναι: γιατί οι καταγγελίες αυτές, που κανένας δεν τις αμφισβήτησε, αγνοήθηκαν παντελώς στην προεκλογική αντιπαράθεση του τελευταίου δεκαπενθημέρου; Υστερα από ογδόντα δύο χρόνια κατάφορτα τραγικές διπλωματικές αποτυχίες, εδαφικές συρρικνώσεις, ντροπιαστικές ταπεινώσεις, είχε αναπάντεχα προκύψει μια νίκη, που οι πολιτικοί διαχειριστές της ιστορικής παρουσίας του Ελληνισμού την ακυρώνουν – χάνεται μια ακόμα πανάρχαιη κοιτίδα του με τρόπο απίστευτης αφροσύνης.

Και οι αυτουργοί του τερατώδους εγκλήματος διεκδικούν σήμερα τη δικαίωσή τους με την ψήφο του ελληνικού λαού, χωρίς να έχει αντιταχθεί έστω παραμικρή καταγγελία από τους πολιτικούς τους αντιπάλους.