ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι αγχωμένοι

Αν πιστέψουμε στις έρευνες, είμαστε οι πιο κατσούφηδες, οι πιο γκρινιάρηδες, οι πιο γκαντέμηδες της Ευρώπης. Είμαστε οι πιο αγχωμένοι (72% του πληθυσμού), οι πιο δυσαρεστημένοι από τη ζωή μας. Νιώθουμε οι πιο ριγμένοι στη δουλειά, οι πιο ξεζουμισμένοι, οι πιο κακοπληρωμένοι. Δείχνουμε οι πιο ανόρεχτοι να ζήσουμε μια ζωή ανοιχτή και χαλαρή, όπως ξέραμε. Εχουμε πολλά ψυχολογικά προβλήματα. Είμαστε αυτοκαταστροφικοί. Τρώμε ανθυγιεινά, καπνίζουμε σαν φουγάρα και δεν εγκαταλείπουμε την καρέκλα (τον καναπέ ή το κάθισμα του αυτοκινήτου) παρά μόνο στον ύπνο μας.

Γιατί εμφανιζόμαστε έτσι; Είναι πράγματι τόσο άσχημη η ζωή μας ή, μήπως, είμαστε απλώς ο λαός της υπερβολής; Μυστικοπαθείς και μονόχορδοι στους αυτοχαρακτηρισμούς μας, στερεότυποι στο ότι μετά βίας επιβιώνουμε; Αλλά ακόμη κι αν έτσι συμβαίνει, γιατί τόση έλλειψη αισιοδοξίας; Μάλλον προέκυψε αίφνης μια πηγή δυσαρέσκειας.

Διότι οι Ελληνες μέχρι πρότινος ήταν χαλκέντεροι και ευρηματικοί. Συμβίβαζαν τα ασυμβίβαστα, ταίριαζαν τα αταίριαχτα, κανόνιζαν τα ακανόνιστα, βόλευαν τα αβόλευτα, διόρθωναν τα αδιόρθωτα, ξελέκιαζαν τα σπιλωμένα, ικανοποιούσαν όλες τις ορέξεις? διόριζαν τους αδιόριστους, πριμοδοτούσαν τους ανίκανους, επιβράβευαν τους πλαγιολισθέντες, παρέκαμπταν τις εκτροπές, αποσιωπούσαν τις αθετήσεις, νομιμοποιούσαν τις παρεκκλίσεις.

Κι ήταν όλοι ευχαριστημένοι. Κι εκείνοι με τα περισσότερα και οι άλλοι με τα λιγότερα. Αθόρυβοι, ταχείς, δουλικοί. Στην αρχή. Στη συνέχεια, ματαιόδοξοι, αλαζονικοί, άπληστοι, κενοί. Μήπως εξ αυτού προέρχεται η δυστυχία; Από την κουφότητα που παρήγαγε η υπερβολή της παρέκκλισης;

Από την εκπτώχευση που προκάλεσε το αναπόδραστο άνοιγμα της ψαλίδας; Διότι, μολονότι οι δείκτες της ανάπτυξης έχουν πάρει την ανιούσα -ο καθείς μπορεί να δει τον ιδιωτικό πλούτο να κυκλοφορεί αυθάδης κι αφορολόγητος, σε συνεχείς «κρίσεις» νεοπλουτισμού (οι κατακαμένες ραχούλες το γνωρίζουν)-, υπάρχουν και οι νεόφτωχοι, και οι δύο – τρεις δουλειές, οι κάρτες οι πιστωτικές, τα δάνεια, η υπερχρέωση, η εξουθένωση. Ενας τόπος που χρόνο με το χρόνο ασφυκτιά. Ενας κόσμος που μέρα με τη μέρα αδιαφορεί ή απελπίζεται. Μια Ελλάδα που μέρα με τη μέρα εκπίπτει.

Μια ζωή στενή, καμωμένη από υλικές ανάγκες, οικονομικές υποχρεώσεις και τηλεθέαση. Ενας μοναχικός φαύλος κύκλος που οδηγεί σε ένα είδος κυνισμού και διανοητικής σύγχυσης, σε μια απαισιοδοξία, σε μια καθημερινότητα χωρίς νόημα, χωρίς προοπτικές.

Εκεί βρίσκεται σήμερα ο πολυμήχανος Ελληνας. Αγχωμένος (τρέχουν οι δόσεις για τα δύο αυτοκίνητα, τα τέσσερα κινητά, το home cinema…), συνθλίβει στη μυλόπετρα της πώρωσης και του προσωπικού αδιεξόδου του, κάθε μέρα κι από ένα κομματάκι της ικανότητάς του να ελίσσεται, να επιβιώνει κάτω από όλες τις συνθήκες.