ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενδοσκοπος

Οι «πονηροί» της διπλωματίας

Με τον κ. Πέτρο Μολυβιάτη, υπουργό Εξωτερικών, οι διπλωματικοί υπάλληλοι στο υπουργείο αισιοδοξούν από προχθές ότι καλύτερες ημέρες περιμένουν τον κλάδο, τόσο σχετικώς με τον βαθμό αξιοποίησης των υπηρεσιών όσο και με την οργάνωση της δουλειάς τους. Οπως ήδη έχουμε επισημάνει από αυτήν τη σελίδα, τα προβλήματα που άφησε πίσω της η απελθούσα πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών είναι πολλά και ο κλάδος είναι μαραμένος. O νέος υπουργός έχει, βεβαίως, να διαχειρισθεί σοβαρές εξωτερικές υποθέσεις. Αλλά πρέπει να δώσει ιδιαίτερο βάρος και στο ζήτημα της λύσης των εσωτερικών προβλημάτων που ταλαιπωρούν το υπουργείο του.

Πριν ξεκινήσει, πάντως, μια επιχείρηση αναδιοργάνωσης της διπλωματικής υπηρεσίας, ο κ. υπουργός καλό θα είναι να φροντίσει να συμμαζέψει το ταχύτερο ορισμένους γνωστούς «έξαλλους» διπλωμάτες, οι οποίοι με την πολιτική αλλαγή της 7ης Μαρτίου έσπευσαν να βγουν στο φως ως «παράγοντες» μιας νέας «κατάστασης» στο μέγαρο της λεωφόρου Βασ. Σοφίας. Στόχος τους είναι φυσικά να πείσουν τη νέα πολιτική ηγεσία του υπουργείου ότι θα της είναι πολύ «χρήσιμοι» (είναι ταλαντούχοι σ’ αυτό το παιχνίδι αυτοί οι τύποι) και έτσι να σχηματίσουν στα γρήγορα έναν κύκλο «ημετέρων».

Το ζητούμενο στο υπουργείο Εξωτερικών δεν είναι μόνο να αναδιοργανωθεί και να αναβαθμιστεί η υπηρεσία. Ζητούμενο είναι και η επιβολή αξιοκρατίας σε όλες τις διευθύνσεις και η διασφάλιση ότι φαινόμενα δημιουργίας ομάδας «ημετέρων» και «εκλεκτών» του τάδε υπουργού δεν θα επαναληφθούν τούτη τη φορά. Ολοι γνωρίζουν στο μέγαρο της λεωφόρου Βασ. Σοφίας πόσο ταλαιπωρήθηκε κατά το παρελθόν η διπλωματική υπηρεσία από ομάδες αυτού του είδους.

Ο νέος υπουργός Εξωτερικών, κ. Πέτρος Μολυβιάτης, γνωρίζει καλά πρόσωπα και πράγματα στο υπουργείο του. Και μπορεί εύκολα, εφ’ όσον το θελήσει (και γιατί να μην το θελήσει;) να κόψει τα πόδια των «πονηρών» που ήδη δεν κρύβουν τις προθέσεις τους, ντυμένοι «γαλάζιοι» (γι’ αυτούς καλύτερο κόμμα είναι ο λαμπρός εαυτός τους, εννοείται).

Ετοιμη ομάδα για Κυπριακό

Λίγος ο χρόνος που απομένει έως ότου το Κυπριακό εισέλθει στην προγραμματισμένη από τον Κόφι Ανάν επόμενη (και τελευταία;) φάση του. H κυβέρνηση του κ. K. Καραμανλή βρίσκει μεν δρομολογημένες τις εξελίξεις, αλλά θα φέρει εκείνη πλέον το βάρος της ευθύνης για το μερίδιο των χειρισμών που θα της αναλογούν. O νέος πρωθυπουργός δεν μπορεί μεν να αλλάξει την προγραμματισμένη διαδικασία (την οποία άπαντα τα εμπλεκόμενα μέρη έχουν αποδεχθεί), αλλά οδηγούμενος στην Τετραμερή δεν μπορεί βεβαίως να εμφανίσει άφωνη την ελληνική πλευρά. Ο,τι θα δεχθεί ως λογικό και λειτουργικό και ό,τι θα αρνηθεί σε εκείνον τον διάλογο θα καταγραφεί και θα κριθεί.

Εχει απόλυτη γνώση του θέματος ο κ. K. Καραμανλής. Και ο ίδιος το έχει καλά μελετήσει, και ο υπουργός Εξωτερικών κ. Μολυβιάτης γνωρίζει όλες τις πτυχές του προβλήματος. Επιπλέον, η τοποθέτηση του πρέσβη κ. Αλ. Σάνδη στο διπλωματικό γραφείο του πρωθυπουργού αποτελεί μια επιτυχέστατη επιλογή του κ. Μολυβιάτη. O κ. Σάνδης έχει τεράστια πείρα στο Κυπριακό, έχοντας διατελέσει και πρεσβευτής της Ελλάδας στη Λευκωσία και στο Λονδίνο.

Η «ομάδα» είναι, λοιπόν, πολύ καλή. Ούτε ο «διεθνής παράγων» ούτε η τουρκική πλευρά θα μπορεί να την «κοροϊδέψει», όταν θα συζητούνται τα κρίσιμα επί μέρους θέματα του Κυπριακού προσεχώς. Από την άλλη πλευρά, η ποιότητά της μεγαλώνει το βάρος της ευθύνης της, όσο και αν το ζήτημα «δουλεύτηκε» σε όλα τα σημεία ουσίας του από τον κ. K. Σημίτη και από τον κ. Γ. A. Παπανδρέου.

Η ζημιογόνος «γκλαμουριά»

Πολύ καλά έκανε ο πρωθυπουργός και ζήτησε από τους υπουργούς του να προσέχουν ιδιαιτέρως όχι μόνο την πολιτική, αλλά και την κοινωνική και προσωπική συμπεριφορά τους. Μόνον υπερβολική δεν είναι αυτή η απαίτηση του κ. Κώστα Καραμανλή. Οι «γκλάμουρους» εμφανίσεις και συμπεριφορές, τα ανόητα «χάι» του πολιτικού νεοπλουτισμού που όλοι γνωρίσαμε και οι προκλητικές πολυτέλειες κάποιων «αστέρων» των κυβερνώντων όχι μόνο απογοήτευσαν και θύμωσαν κάθε εντίμως εργαζόμενο παραγωγικό Ελληνα, αλλά προκάλεσαν και ζημιά γενικότερα στην πολιτική ζωή της χώρας. Οι κοινωνικές συμπεριφορές κυβερνητικών παραγόντων, τα χαριτωμένα γελάκια που ορισμένοι από αυτούς αντάλλασσαν, δουλοπρεπώς φερόμενοι, με γνωστούς «ισχυρούς» (με λεφτά του Δημοσίου) επιχειρηματικούς παράγοντες, τα «μυκονιάτικα» γλέντια τους και η παράδοσή τους στην άποψη που έχει για το πολιτικό ύφος στον δημόσιο βίο η εμπορική τηλεόραση, όλα αυτά έφτιαξαν μια ασχημότατη εικόνα της πολιτικής στα μάτια της ελληνικής κοινής γνώμης. Αν περίσσευαν τα τελευταία χρόνια τα ειρωνικά και χλευαστικά σχόλια πολιτών, κυρίως στους χώρους των νέων, για την πολιτική και τους πολιτικούς στη χώρα μας, αυτό δεν οφειλόταν παρά στη δημόσια συμπεριφορά των ίδιων των πολιτικών που κυβερνούσαν κορδωμένοι και αλαζονικώς συμπεριφερόμενοι, έχοντας απέναντί τους μια κοινωνία φορτωμένη με προβλήματα και μια νεολαία διαρκώς πιεζόμενη από την απειλή της ανεργίας.

Ας προσέξουν λοιπόν από εδώ και πέρα τις δικές τους συμπεριφορές όλα τα κυβερνητικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας. H κοινή γνώμη δεν αγνοεί, άλλωστε, ότι ορισμένα «αστέρια» της γαλάζιας παράταξης έχουν επίσης κατά καιρούς εμφανισθεί χαριεντιζόμενοι, κομψευόμενοι και ευτυχείς σε διάφορα κοσμικά events του νεόπλουτου πολιτικο-οικονομικού αθηναϊσμού και σε διάφορες κακόγουστες «ψυχαγωγικές» εκπομπές της εμπορικής τηλεόρασης.

Κάποιοι φαίνεται στ’ αλήθεια θεωρούν στο ΠΑΣΟΚ, ότι στη χώρα μας είναι πλέον «εθνικό» μόνον ό,τι είναι… ΠΑΣΟΚ! Ετσι, μετά τα πολλά μεγάλα λόγια για την «εθνική υπόθεση» που είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας, η ηγεσία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης «αποσύρει» στελέχη που κατέχουν επιτελική θέση, με πολιτικό διορισμό, στην «εθνική υπόθεση», όπως είναι η περίπτωση του γ. γραμματέα Ολυμπιακών Αγώνων.

Αν στο «αντίο» του κ. Καρτάλη προστεθούν και άλλα από στελέχη που συμμετέχουν στην ολυμπιακή προετοιμασία, τότε θα γελοιοποιηθούν αυτομάτως όλα όσα δίδασκαν στους Ελληνες πολίτες οι κυβερνώντες επί ΠΑΣΟΚ για την «εθνική υπόθεση», για την απαιτούμενη εξ αυτής «συναίνεση», για τα καλά του «εθελοντισμού» κ.λπ.

Αν η νέα κυβέρνηση ζητήσει την αλλαγή προσώπων που κατέχουν επιτελική θέση σ’ αυτήν τη μείζονα υπόθεση, τότε θα έχει εκείνη την ευθύνη για ό,τι θα πήγαινε «στραβά», προσεχώς, σε τομείς της προετοιμασίας των Αγώνων. Αλλά γιατί κάποιοι στα ηγετικά κλιμάκια του ΠΑΣΟΚ θέλουν να διαψεύσουν τα όσα έχουν υποστηρίξει για «ολυμπιακή συναίνεση»; Ξεπερνάει, λοιπόν, τις απαιτήσεις της «εθνικής υπόθεσης» η πικρία μιας εκλογικής ήττας;