ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποσοστά… εικοσαετίας

Ηταν ένα τηλεφώνημα αναγνώστη, την επαύριο της μεγάλης εκλογικής νίκης της Νέας Δημοκρατίας, που με οδήγησε στην αναζήτηση των εκλογικών ποσοστών από τη μεταπολίτευση – και όχι απλώς από το 1996, που δημοσιεύθηκαν παντού. Εκείνος, πρέπει να πω, δεν είχε χρεία έρευνας? όπως διαπίστωσα βρίσκοντας τα συγκεκριμένα ποσοστά, τα θυμόταν σχεδόν όλα, με πολύ μικρές αποκλίσεις (προειδοποιώ εδώ ότι ακολουθούν αρκετοί… αριθμοί).

Αφορμή αυτής της κάπως μακρινής αναδρομής ήταν η επισήμανση ότι, ενώ η νίκη της Ν.Δ. υπήρξε αναμφιβόλως θριαμβική, το εύρος της διαφοράς της από το ΠΑΣΟΚ είναι ανάλογο όχι με εκείνο της νίκης του τελευταίου το 1981 (ή και το 1993), αλλά με εκείνο του 1985. Τώρα η διαφορά είναι 4,81% (ας πούμε 5 – αυτό το «,81» ακούγεται κάπως μικρόψυχο ή, πάντως, υστερικά κυριολεκτικό), το 1985 ήταν 5% υπέρ του ΠΑΣΟΚ (45,8% έναντι 40,8%). Δεν είναι, συνέχισε ο αναγνώστης, ενδιαφέρον πως οι διαφορετικές συνθήκες μεταβάλλουν τον τρόπο που εκτιμάμε τις ίδιες ποσοτικές σχέσεις; Το 1985 είπαμε, βέβαια, ότι η άνετη επανεκλογή αποτέλεσε δικαίωση του A. Παπανδρέου και αποδοχή της επιλογής του να προτείνει τον κ. Χρ. Σαρτζετάκη και όχι πάλι τον K. Καραμανλή για την προεδρία, δεν θεωρήσαμε όμως το αποτέλεσμα θριαμβικό, ενώ τώρα έτσι το βλέπουμε.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι πώς είχαμε θεωρήσει το αποτέλεσμα. Πανηγυρισμούς, πάντως, θυμάμαι. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, όμως, είναι αλήθεια ότι το θριαμβικό ή μη δεν προσδιορίζεται από τις ποσότητες – και δη υπό διαφορετικές περιστάσεις. Ουδείς θεώρησε ότι ο Κων/νος Καραμανλής είχε ως διαρκή εκλογική βάση το συντριπτικό 54,4% του 1974, προϊόν ανησυχιών και συνθηκών. Υποθέτει κανείς ότι και 47% να είχε λάβει, θρίαμβος θα ήταν. Οταν, όμως, το 1977, τρία μόνο χρόνια αργότερα, η επανεκλογή του ήρθε με μόλις 41,9%, αυτή η απώλεια των 12,5 ποσοστιαίων μονάδων και ο διπλασιασμός των ψήφων προς τον A. Παπανδρέου (25,3% από 13,6% το 1974) θεωρήθηκε απ’ όλους ένδειξη ότι οι επόμενες εκλογές θα έφερναν συντριβή. Την έφεραν – και δεν μπορεί, βέβαια, να αποδοθεί στον κ. Γ. Ράλλη (που απλώς δεν κατόρθωσε να αναστρέψει το ρεύμα του ποταμού, όπως δεν το κατόρθωσε τώρα ο κ. Γ. Παπανδρέου): το 1981 το ΠΑΣΟΚ έφθασε στο 48,1%, η δε διαφορά από τη Ν.Δ. στην ιλιγγιώδη απόσταση των 12,2 ποσοστιαίων μονάδων, καθώς το κόμμα κατέπεσε στο 35,9% των ψήφων. Οπως λέει συνάδελφος στην «K», δανειζόμενος όρους από την επιστήμη, τότε είχαμε… «αλλαγή παραδείγματος» – και τα ποσοστά πράγματι δεν είναι συγκρίσιμα με το τώρα, όπου η διαφορά είναι 5% παρά κάτι και το ΠΑΣΟΚ διατήρησε ένα ισχυρό 40,5%.

«Ισχυρό 40,5%». Να μία άλλη παράδοξη σύγκριση αριθμών: ο κ. Σημίτης, που το 1996 πολλοί τον είχαν χαρακτηρίσει θριαμβευτή, κέρδισε τότε τις εκλογές με μόλις 1% περισσότερο απ’ αυτό το 40,5% – είχε λάβει 41,5%. Μόνον που η Ν.Δ. είχε πέσει ακόμη χαμηλότερα από το 39,3% του 1993 (όταν ο A. Παπανδρέου επέστρεψε σχεδόν στα ποσοστά του 1981 με 46,9%) – στο 38,1%. Το 2000, ο κ. K. Καραμανλής, τρία χρόνια παρά κάτι στο τιμόνι της Ν.Δ., την ανεβάζει εντυπωσιακά κατά 4,6 μονάδες – αλλά αυτή τη φορά ο κ. Σημίτης, ξεχνώντας τα περί κεντροδεξιών ανοιγμάτων και αντλώντας από την Αριστερά (ΔΗΚΚΙ και Συνασπισμός χάνουν 1,8% και 1,9% αντίστοιχα), κατορθώνει να ανεβάσει και εκείνος το ποσοστό του, νικώντας με 43,8% και διαφορά μόλις 1,1% από τη Ν.Δ. Επόμενη μάχη το 2004 με τη… γνωστή έκβαση.

Ενα πιθανό συμπέρασμα απ’ όλ’ αυτά ίσως (σχετίζεται, αλλά) ξεπερνάει το τι νοούμε κάθε φορά θρίαμβο, που σημείωσε ο φίλος αναγνώστης. Σημειώνω ενδεικτικά. Ποσοστά στις νίκες Ανδρέα Παπανδρέου: 48,1%, 45,8%, 46,9%. Στις νίκες Σημίτη: 41,5%, 43,8%. Φανερή η διαφορά, όσο φανερό ήταν πού στο πολιτικό φάσμα απευθυνόταν ο καθένας. Ποσοστά K. Καραμανλή: 42,7% (στην ήττα αυτό!), 45,37% (στην -πρώτη;- νίκη). Με σαφή κεντρώα στροφή και ιδιαίτερη έμφαση στην «απο-δεξιοποίηση» της ψήφου. Υπόθεση εργασίας: ο κ. Καραμανλής καρπώθηκε κυρίως μια σωρευμένη δυσαρέσκεια ή μήπως, αντιλαμβανόμενος ότι η πλειοψηφία κείται στο κέντρο και προς τα αριστερά (ή, μάλλον, στο κέντρο και… «κοινωνικά»), οδηγεί το κόμμα του σε σταθερά υψηλά ποσοστά που μόνον ο Ανδρέας Παπανδρέου έχει επιτύχει μεταπολιτευτικά σε έκταση χρόνου (1981, 1985, 1993); Πολύ νωρίς για απόπειρα απαντήσεων, βέβαια…