ΑΠΟΨΕΙΣ

H καρικατούρα του τόπου

Παρακολουθούμε ένα ταξιδιωτικό πρόγραμμα της γερμανικής τηλεόρασης για να φρεσκάρουμε τα Γερμανικά μας. Ως γνωστόν, ο συνδυασμός εικόνας και ήχου διευκολύνει την κατανόηση, είναι το απόλυτο Linguaphone της εποχής μας. Οι Γερμανοί δημοσιογράφοι με το συνεργείο ταξιδεύουν πρώτα στην Ινδία, μετά στη Φινλανδία, τέλος, στην Αθήνα των «Ολυμπιακών Αγώνων».

Είναι παράξενα συγκινητικό να βλέπεις την πόλη σου όταν λείπεις καιρό μακριά. Αλλά δεν είναι ακριβώς η πόλη σου. Είναι απαλλαγμένη από τις στοιβάδες της, τα νοήματα, τις επιφάνειες και τα βάθη της. Είναι επίπεδη κι εξυπηρετεί ένα σκοπό: την τουριστικοποίησή της.

Η Πύλη του Αδριανού, μια εκκλησία στην Πλάκα, απόκοσμη ηρεμία στην Αδριανού που μάλλον κινηματογραφήθηκε με το πρώτο φως της ημέρας. Και μετά, μαρίνες, το κωπηλατοδρόμιο, στιγμιότυπα στίβου. Το θέμα μας: μια πόλη που, διά του αθλητισμού, θα επιστρέψει στο λίκνο της. Αμεσος φιλμικός συνειρμός: ο Γερμανός τουριστικός πράκτορας που οργανώνει ταξίδια αθλητικού ενδιαφέροντος σε όλον τον κόσμο, τρώει σ’ ένα εστιατόριο με αρχαιοελληνικές αναφορές, πίσω από έναν ιωνικό στύλο.

Το ταξίδι συνεχίζεται στην Αίγινα. Τα πλωτά μανάβικα, τα καφενεία, οι βουκαμβίλιες στα μπαλκόνια. Υστερα τα απαραίτητα μπάνγκαλοουζ, μάλλον γερμανικής αισθητικής. Τίμια, καθαρά, κάτασπρα, με ξύλινα κάγκελα. Γιατί κι ο τουρισμός χρειάζεται τον Γερμανό του… Είναι η πόλη σου και το αγαπημένο σου νησί, αλλά προορίζονται για το βλέμμα εκείνων που δεν ξέρουν. Οι τουρίστες, όσοι νιώθουν τουρίστες, σχεδόν ποτέ δεν θέλουν να ξέρουν. Τους αρκεί το μπάνγκαλοουζ και η υπόκρουση του μπουζουκιού – που συνοδεύει ηχητικά όλο το ρεπορτάζ.

Αυτό το τουριστικό αντανακλαστικό, αναμενόμενο για ανθρώπους που ταξιδεύουν για να ξεχάσουν και να επιστρέψουν με γραφικές φωτογραφίες, δεν λυμαίνεται μόνο τις διακοπές. Γίνεται εξαρτημένο αντανακλαστικό της ελληνικότητας σε όλους τους τομείς – από το φαγητό ώς τη λογοτεχνία. «Θέλω ελληνικά θέματα», έλεγε ένας Γερμανός επιμελητής σε συγγραφείς τις προάλλες. «Θέλω να μυρίζω την Ελλάδα».

Πώς μυρίζει, άραγε, η Ελλάδα; Θα ‘πρεπε να συμφωνήσουμε σε αυτό; Υπάρχει ένας κοινός μέσος όρος, μια «σωστή» ελληνική μυρωδιά; Ή μήπως έχουμε χάσει όλοι, αυτόχθονες και ξένοι, την ικανότητα της όσφρησης όχι του τοπικού, αλλά του αυθεντικού; Το ρεπορτάζ, άριστο για τα γερμανικά δεδομένα, εντελώς διάτρητο στα δικά μας μάτια, δείχνει πόσοι τρόποι υπάρχουν να βλέπουμε. Και γιατί διαλέγουμε πάντα τους πιο εύκολους και ισοπεδωτικούς. H Ινδία των φακίρηδων, η Φινλανδία των ταράνδων και η Αθήνα του καφενέ δεν γλιτώνουν από την παγκοσμιοποίηση. Αντιθέτως, γίνονται η καρικατούρα του τοπικισμού. Σχεδόν ζητούν από την παγκοσμιοποίηση να τις σώσει.