ΑΠΟΨΕΙΣ

Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα…

H περίοδος χάριτος ή ανοχής για κάθε νέα κυβέρνηση εξαρτάται κυρίως από τρεις παράγοντες. α) Την έκταση της νίκης της στις εκλογές, β) τη μετεκλογική κατάσταση του αντιπάλου της και γ) τον βαθμό δυσχερείας του έργου που καλείται να επιτελέσει. H κυβέρνηση της Ν.Δ. ευνοείται σαφέστατα από τους δύο πρώτους παράγοντες. H νίκη της στις εκλογές, με διαφορά πέντε ποσοστιαίων μονάδων από το ΠΑΣΟΚ, είναι ευρύτατη, ταυτόχρονα δε ο αντίπαλός της φαίνεται να εισέρχεται, μετεκλογικώς, σε μια φάση μεγάλων και κρισίμων μετεξελίξεων, οι οποίες μάλλον απαιτούν αρκετό χρόνο, προκειμένου ο ηττημένος της 7ης Μαρτίου να καταστεί ξανά ετοιμοπόλεμος και απειλητικός για τη Ν.Δ. Ωστόσο ο τρίτος παράγων, δηλαδή ο βαθμός δυσχερείας του κυβερνητικού έργου, που είναι και ο σημαντικότερος, επιβάλλει στη Ν.Δ. να προχωρήσει αμέσως στα δύσκολα, αντιμετωπίζοντας το οικονομικό πρόβλημα της χώρας (διαρθρωτικές αλλαγές, απελευθέρωση των αγορών, με ουσιαστικές αποκρατικοποιήσεις, κατάργηση των μονοπωλίων κ.λπ.). Διότι οι επιλογές αυτές, που αποτελούν και προεκλογικές δεσμεύσεις της Ν.Δ., είναι βέβαιον ότι θα προκαλέσουν οργανωμένες και μαζικές αντιδράσεις συντεχνιακών συμφερόντων, «κεκτημένων» προνομίων, κ.λπ., η τιθάσευση των οποίων απαιτεί νωπή λαϊκή εντολή και ηυξημένη κυβερνητική ισχύ.

Βεβαίως, στο επόμενο πεντάμηνο δεσπόζει το τιτάνιο έργο αποπερατώσεως των ολυμπιακών έργων και της επιτυχούς τελέσεως των Αγώνων. Επίσης, η διεξαγωγή των ευρωεκλογών στις αρχές του προσεχούς Ιουνίου θεωρείται από πολλούς στα δύο μεγάλα κόμματα ως ανασταλτική των «εξελίξεων» στο ΠΑΣΟΚ και της «εργώδους» προσπαθείας της νέας κυβερνήσεως. Κατά τη θεωρία αυτή στόχος της Ν.Δ. -και μάλιστα εφικτός- είναι όχι μόνον να διατηρήσει, αλλά και να αυξήσει τη διαφορά των πέντε μονάδων από το ΠΑΣΟΚ, παρά το γεγονός ότι κατά κανόνα η δύναμη των μεγάλων κομμάτων στις ευρωεκλογές μειώνεται, επ’ ωφελεία των μικρών. H τυχόν επιτυχία του στόχου αυτού της Ν.Δ. θεωρείται εφιαλτική στο ΠΑΣΟΚ, με δεδομένο ότι, επίσης κατά κανόνα, στις ευρωεκλογές το κόμμα της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως εξέρχεται ενισχυμένο έναντι του εκάστοτε κυβερνώντος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι μετεκλογικές κινήσεις (φανερές ή υποχθόνιες) στο ΠΑΣΟΚ έχουν ως ορόσημο τις ευρωεκλογές. Ετσι, κρίθηκε απ’ όλες τις πλευρές ως έκδηλα καιροσκοπική η άρνηση του κ. Ευάγγ. Βενιζέλου να αναλάβει κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, με την καινοφανή θεωρία ότι θα δεχόταν τη θέση αυτή μόνον ως διορισμένος λειτουργός και φερέφωνο του κ. Παπανδρέου, ενώ ως εκλεγμένος θα εξέφραζε αυτόβουλο και ανεξάρτητο πολιτικό λόγο… Με το ίδιο δε πρόσχημα της υποβόσκουσας αντιπαλότητος, ο κ. Παπανδρέου διόρισε προχθές τον κ. Βενιζέλο επικεφαλής του εκλογικού αγώνα του ΠΑΣΟΚ, με εμφανέστατη την πρόθεση να τον καταστήσει συνυπεύθυνο για ένα δυσμενές αποτέλεσμα στις ευρωεκλογές? ενδεχόμενο, το οποίο φαίνεται να θεωρείται στο κόμμα αυτό ως το πιθανότερο, αν όχι αναπόφευκτο. Με τα δεδομένα αυτά οι ευρωεκλογές, από ορόσημο για το ΠΑΣΟΚ, μπορεί να μεταβληθούν σε αφετηρία δραματικών εξελίξεων με δεσπόζον, αμέσως ή εμμέσως, θέμα αμφισβητήσεως της ηγεσίας του κ. Γιώργου Παπανδρέου.

Ολα τα παραπάνω, που τα φοβούνται στο ΠΑΣΟΚ και τα ελπίζουν στη Ρηγίλλης, είναι πολύ πιθανόν να συμβούν, με αποτέλεσμα η πολιτική υπεροχή της Ν.Δ., κατ’ επέκτασιν δε και η λαϊκή εντολή, να παραταθούν, κυρίως λόγω αδυναμίας του αντιπάλου της να ασκήσει δυναμική και αποτελεσματική αντιπολίτευση. Θα ‘ταν, όμως, μεγάλο λάθος για τη νέα κυβέρνηση να συνδυάσει ή και να προσαρμόσει το έργο που καλείται να επιτελέσει στην υποβόσκουσα κρίση του ΠΑΣΟΚ και τις πιθανές εξελίξεις της.

Το αποτέλεσμα της 7ης Μαρτίου, όπως υποστήριξε από τη θέση αυτή και προσπάθησε να στοιχειοθετήσει ο υπογράφων, βασίσθηκε κατά κύριο λόγο σε ψήφο εμπιστοσύνης προς τη Ν.Δ. και τον κ. Κώστα Καραμανλή. Επίσης η υποχρεωτική λαϊκή ανοχή, λόγω της ανυπαρξίας ή της αποδυναμώσεως του αντιπάλου, κάθε άλλο παρά εγγυάται την κατίσχυση των αναγκαίων και «επωδύνων», για ορισμένες κατηγορίες «προνομιούχων» συμπολιτών μας, μέτρων. Διότι η επιβολή μιας τέτοιας πολιτικής προϋποθέτει την αποδοχή και την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας, όπως αυτή καταγράφεται στη νωπή -αλλά, δυστυχώς, για όλες τις κυβερνήσεις- όχι ανεξίτηλη, λαϊκή εντολή.

Για τους λόγους αυτούς, όπως παγίως ισχύει για όλες τις νέες κυβερνήσεις, το σημαντικότερο, το αποφασιστικότερο και το κρισιμότερο διάστημα της τετραετίας, είναι οι πρώτοι έξι έως οκτώ μήνες. Αυτήν την περίοδο καλείται να αξιοποιήσει για τον τόπο και όχι να εκμεταλλευθεί κομματικώς η Ν.Δ.