ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα όρια της συναίνεσης

Οι εκλογές στην Ελλάδα έφεραν κυβερνητική αλλαγή. Οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα της χώρας σίγουρα υπάρχουν, αν και με την πάροδο του χρόνου τα ψηλά ιδεολογικά τείχη που ορθώνονταν, κυρίως στα μεγάλα θέματα εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής, μετατράπηκαν σε χαμηλούς φράκτες, εν μέρει τουλάχιστον διαχειριστικού χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, στα θέματα αυτά οι διαφορές μειώθηκαν αισθητά. Το άνοιγμα της χώρας προς τα έξω, και ειδικότερα η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση, προσφέρει σημαντικότατα οφέλη, τα οποία προφανώς αναγνωρίζει ο ελληνικός λαός στη μεγάλη του πλειοψηφία, επιβάλλει όμως και περιορισμούς στις εσωτερικές επιλογές. Μας πήρε αρκετά χρόνια, αλλά μάθαμε τελικά το μάθημα.

Δημιουργήθηκε στην πορεία μια ευρεία συναίνεση στα βασικά θέματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το μέγεθος της χώρας, η γεωγραφική της θέση, οι αδυναμίες της κρατικής μηχανής, αλλά και της οικονομίας, είναι δεδομένες και εν πολλοίς καθορίζουν τα όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί η ευρωπαϊκή πολιτική της Ελλάδας, ασχέτως ιδεολογικών προτιμήσεων. Από τη στιγμή που δέχεται κάποιος το άνοιγμα των συνόρων, άρα και τη λειτουργία του κράτους και της οικονομίας σε ένα διεθνές και έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον, καθώς επίσης και την ενεργό συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία, η οποία αποτελεί την πλέον προωθημένη μορφή διακρατικής συνδιαχείρισης στην παγκόσμια ιστορία, πολλά προκύπτουν σχεδόν αυτόματα. Σίγουρα, όμως, όχι τα πάντα. Τα περιθώρια διαφοροποίησης στο εσωτερικό μιας χώρας είναι ακόμη μεγάλα στους τομείς εκείνους όπου η ευρωπαϊκή πολιτική έχει χαλαρή μορφή. Και δεν είναι λίγοι: η κοινωνική πολιτική, η υγεία και η παιδεία, τρία πολύ σημαντικά παραδείγματα, διατηρούν τον εθνικό τους χαρακτήρα. Και θα τον διατηρήσουν για πολύ.

πρωτοβουλίες

Οσο δυνάμωνε η συλλογική μας αυτοπεποίθηση τα τελευταία χρόνια, ανακαλύπταμε ότι μπορεί και να κερδίσουμε ξεφεύγοντας από μια καθαρά αμυντική στάση στις σχέσεις μας με τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες και ακόμη περισσότερο την Τουρκία. Πήραμε πρωτοβουλίες που άρχισαν να αποδίδουν καρπούς και έτσι άλλαξε και η συμπεριφορά φίλων, συμμάχων και άλλων απέναντί μας. H συναίνεση σε αυτά τα πολύ κρίσιμα θέματα της εξωτερικής μας πολιτικής κτίσθηκε σιγά σιγά, καθώς ανακαλύπταμε στην πορεία, οι περισσότεροι τουλάχιστον, ότι μια δυναμική ελληνική παρουσία στα Βαλκάνια, αλλά και η ειρηνική προσέγγιση προς τη γείτονα Τουρκία, που βασίζεται στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής της προοπτικής, μάλλον κέρδη αποφέρει για τη χώρα μας παρά ζημίες. H διατήρηση της εθνικής συναίνεσης θα είναι πολύ κρίσιμη στις επόμενες μέρες και βδομάδες, καθώς η διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού μπαίνει στο τελικό στάδιο. Μακάρι να μη χρειαστεί να θρηνήσουμε μια ακόμη φορά για τη χαμένη ευκαιρία.

Ανάλογες εξελίξεις είχαμε και ως προς τους βασικούς άξονες της οικονομικής πολιτικής. Με την υιοθέτηση του ευρώ αποκτήσαμε ένα σταθερό μακροοικονομικό πλαίσιο που δεν είχαμε γνωρίσει για πολλά χρόνια. Γλιτώσαμε από το άγχος της συναλλαγματικής ισοτιμίας, χάσαμε όμως και την εθνική μας κυριαρχία στον χώρο της νομισματικής πολιτικής (πόσο καλή χρήση είχαμε κάνει αυτής της κυριαρχίας στο παρελθόν είναι βεβαίως μια τελείως διαφορετική υπόθεση). Μάθαμε επίσης, πληρώνοντας ακριβά το μάθημα, τις παρενέργειες των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Χρειάζεται άραγε η Ελλάδα το ευρωπαϊκό σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης για να της επιβάλει περιορισμούς στη δημοσιονομική πολιτική; Δεν αρκεί η υπενθύμιση για το μέγεθος του δημόσιου χρέους, για να μη μιλήσουμε για το κόστος των συμβατικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει το ελληνικό κράτος για την πληρωμή των συντάξεων τα επόμενα χρόνια; Οι κοινωνικές πιέσεις είναι, αλήθεια, μεγάλες και συχνά οι ασκούντες την εξουσία υποκύπτουν, συνήθως πριν από τις εκλογές. Ετσι, η συναίνεση αποδεικνύεται δύσκολη στην πράξη, αν και ολοένα και περισσότεροι κατανοούν πλέον τα όρια της οικονομικής πολιτικής, καθώς και τους βασικούς κανόνες της οικονομίας.

σύνθετη πραγματικότητα

Οι περιορισμοί που αντικειμενικά υπάρχουν στην άσκηση οικονομικής πολιτικής δεν σημαίνουν βεβαίως ότι όλοι ίδιοι είναι, απλοί διαχειριστές ενός μικρού κομματιού σε μια οικονομία παγκοσμιοποιημένη που διαφεντεύουν οι Αμερικανοί. Τέτοια γενικόλογα και απλουστευτικά σχήματα δεν βοηθούν καθόλου στην κατανόηση μιας πολύ σύνθετης πραγματικότητας. Υπάρχουν ακόμη μεγάλες και δύσκολες επιλογές για τη μελλοντική πορεία της χώρας μας και δεν χρειάζεται, ούτε και μπορούμε, να συμφωνήσουμε όλοι. H συναίνεση έχει τα όριά της σε μια ζωντανή δημοκρατία.

Οι πολιτικές επιλογές θα αφορούν, για παράδειγμα, τον συνδυασμό αξιοκρατίας και ανταγωνιστικότητας με την κοινωνική αλληλεγγύη. Με άλλα λόγια, πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε ευνοϊκότερες συνθήκες για την αξιοποίηση των πλέον δυναμικών στοιχείων της ελληνικής κοινωνίας, στα οποία περιλαμβάνεται προφανώς και μεγάλο μέρος της νεότερης γενιάς, χωρίς να εγκαταλείψουμε εκείνους που δυσκολεύονται να προσαρμοσθούν σε ένα ταχύτατα μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Παρά τις σημαντικές αλλαγές που συντελέστηκαν, η Ελλάδα παραμένει μια χώρα που ουσιαστικά υπονομεύει το μέλλον των παιδιών της. Τους έχει φορτώσει με ένα μεγάλο δημόσιο χρέος, στο οποίο προστίθεται και ένα εξαιρετικά δυσβάστακτο συνταξιοδοτικό φορτίο, ενώ η πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας παραμένει δύσκολη. Και τον εξισορροπητικό ρόλο έχει αναλάβει η ελληνική οικογένεια. Οι όποιες επιλογές έγιναν και θα γίνουν συνδέονται με διαφορετικές ιδεολογικές προτιμήσεις. Εξαρτώνται όμως άμεσα και από το ποιος διαθέτει όραμα ρεαλιστικό για το μέλλον και ποιος έχει το κουράγιο να το εκφράσει και να το εξηγήσει στον κόσμο.

(1) O κ. Λουκάς Τσούκαλης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).