ΑΠΟΨΕΙΣ

Γραμματα Αναγνωστων

50 δισ. γελοιότητες!

Κύριε διευθυντά

Αν φωνάζατε έναν πρωτοετή του οικονομικού management και του ζητούσατε να λύσει το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδος, το πρώτο που θα έκανε θα ήταν να ζητήσει να εξετάσει τις οικονομικές καταστάσεις, δηλαδή τον ισολογισμό, για να δει τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που υπάρχουν και την κατάσταση αποτελεσμάτων, για να δει τα έσοδα και το πού και πώς δαπανώνται. Φυσικά, με την πρώτη ματιά, θα διαπίστωνε ότι υπάρχουν αναξιοποίητα περιουσιακά στοιχεία!

Αυτό το προφανές, η Ν.Δ. το παρουσίασε σαν… πρωτότυπη οικονομική σκέψη, που θα μας έσωζε, η δε κυβέρνηση, «ως όφειλε», αφού προτάθηκε από την αντιπολίτευση, το γελοιοποίησε! Τώρα, που ξύπνησε η κυβέρνηση και το υιοθέτησε, ξέχασε, «ως όφειλε», ότι το είχε προτείνει η Ν.Δ. Η αξιωματική αντιπολίτευση, «ως όφειλε» και αυτή, αφού καμία κυβέρνηση δεν κάνει ποτέ κάτι σωστό, το γελοιοποιεί ως δήθεν διαφορετικό από το δικό της, αν και διεκδικεί την πατρότητα (μάλλον μητρότητα αφού είναι «η») αυτής της τόσο… σπουδαίας ιδέας! Συμπέρασμα: 50 δισ. γελοιότητες ή παλιά γαϊδούρια καινούργια περπατησιά δεν μαθαίνουν!

Συμεων Ρωμυλος / Αγία Παρασκευή Αττικής

Η αξιοπιστία των ΜΜΜ

Κύριε διευθυντά

Αυτές τις ημέρες με όλα τα ΜΜ Ενημέρωσης οι κρατικές αρχές μάς απειλούν ότι με καινούργιο νόμο όσοι επιβάτες των ΜΜΜ (κρατικών λεωφορείων – τρόλεϊ κ.λπ.) δεν ακυρώνουν εισιτήριο θα μηνύονται και θα τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι και τριών μηνών.

Είναι βεβαίως δικαίωμα των αρχών αυτών να απαιτούν τα χρήματα των επιβατών για εισιτήρια όταν χρησιμοποιούν κάποιο από τα κρατικά ΜΜΜ. Είτε με ακύρωση εισιτηρίου ή αγοράζοντας κάρτα απεριορίστων διαδρομών. Οταν όμως ο Ελληνας πολίτης (φορολογούμενος κ.λπ.) επείγεται να μεταβεί στο νοσοκομείο σε καθορισμένη από εβδομάδες ημέρα και ώρα, πώς να κινηθεί όταν τα ΜΜΜ έχουν… κατεβάσει τα ρολά; Με ταξί; Γιατί; Και τι χρωστάει στις κρατικές αρχές να ξεροσταλιάζει στους δρόμους ψάχνοντας για ταξί;

Οταν επείγεται να μεταβεί σε κηδεία προσφιλούς, ιδίως όταν έχει ορισθεί να απευθύνει στον νεκρό το «ύστατο χαίρε» τότε; Πόσες ώρες πριν θα πρέπει να ξεκινήσει από το σπίτι του; Και πόσα θα πληρώσει στο ταξί; Γιατί;

Οταν ξεκινήσει να μεταβεί σε σοβαρή επίσκεψη και χρειάζεται να πάρει τρεις συγκοινωνίες, αλλά παίρνει την πρώτη, φθάνει στην επόμενη και τη βρίσκει να απεργεί. Τότε; Να ξαναψάχνει για ταξί; ΄Η να γυρίσει σκασμένος στο σπίτι του; Το εισιτήριο το πλήρωσε. Γιατί;

Οταν με 1.000 βάσανα ανεβεί σε κάποιο από τα κρατικά ΜΜΜ για να επιστρέψει το βράδυ στο σπίτι του, αλλά για διαδρομή 15-20 λεπτών δαπανά μία και μιάμιση ώρα όρθιος, στριμωγμένος και σκασμένος διότι κάποιοι «τύποι» κρατικοδίαιτοι, ή όποιοι άλλοι, κάνουν ελεεινή κατάχρηση του δικαιώματός τους να διαμαρτύρονται (για τους καημένους τους λαθρομετανάστες ή για όσες άλλες αιτίες) και κατακυριεύουν τα καταστρώματα των οδών, ενώ θα τους έφθαναν τα πεζοδρόμια, τότε; Πού είναι το κράτος για να προστατεύσει και το «πόπολο»; Αυτό (δηλαδή εμείς, οι πολλές χιλιάδες λαού) δεν έχει δικαιώματα; Επομένως; Ποιος είναι και ποιος θα έπρεπε κανονικά να είναι ο κατηγορούμενος; Τι λένε οι κυβερνώντες μας;

Πατροκλος Ευαγ. Σκορδας / Μηχανολόγος ΕΜΠ / Κυψέλη

Από τα clobs στα blogs

Κύριε διευθυντά

«Πήραμε τα όπλα» θα μπορούσε να είναι περιπαικτικά η ατάκα των σύγχρονων νέων της εποχής του Διαδικτύου, που με την πληθώρα των προσωπικών ιστοσελίδων, όπως συγκεκριμένα ονομάζονται blogs, βρήκαν το έδαφος για να κάνουν την -δικής τους μορφής και εποχής- επανάσταση. Αλλωστε «επανάσταση» σημαίνει να βγεις στους δρόμους και οι λεωφόροι του Ιντερνετ προσφέρονται για τη δική τους διέξοδο.

Η «κουκούλα» του δρόμου αντικαταστάθηκε με την ανωνυμία, το «ψευδώνυμο» ή username όπως είναι η ορολογία του Διαδικτύου, με το πλεονέκτημα ότι η ανωνυμία αυτή όχι μόνο δεν εμποδίζει έναν άμεσο διάλογο, αντιθέτως, τον διευκολύνει έως τα άκρα. Απόψεις, που ίσως περιθωριοποιούνταν σε περίπτωση δημόσιας έκφρασης σε περιορισμένο ή και επιλεγμένο ακόμα ακροατήριο, στο Διαδίκτυο αναπαράγονται σε χρόνο μηδενικής σημασίας και βρίσκουν σε επίσης άμεσο χρόνο αποδοχή και ανταπόκριση που ξεπερνά σε αριθμό το πλήθος των διαδηλωτών που συμμετέχουν σε ομαδικό συλλαλητήριο, στους δρόμους των σύγχρονων πόλεων. Αυτή είναι και η δύναμή του αλλά και η επικινδυνότητά του, η σαγηνευτική ομορφιά του που παραπλανά τους αθώους και ανυποψίαστους, νέους ειδικά, χρήστες του Διαδικτύου.

Η «κουκούλα και τα κλομπς», από την άλλη, των καταστολέων των Σωμάτων Ασφαλείας, κατά παράνομων συμπεριφορών, διεκδικεί στο Διαδίκτυο το δικό της έδαφος και τη δική της ανωνυμία-ψευδωνυμία όπου τη σκυτάλη δίνει στην Υπηρεσία Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και έτσι το κυνήγι μαγισσών, των γνωστών αγνώστων, αλλάζει προβολή και από δημόσιο θέαμα στους δρόμους ή στους τηλεοπτικούς δέκτες μεταμορφώνεται και μετατοπίζεται παρασκηνιακά στα «σκοτεινά σοκάκια» του Ιντερνετ. Δημιουργείται, με άλλα λόγια, για τους πολίτες μια Δημοκρατία δύο ταχυτήτων όπου, οι μεν χρήστες του Διαδικτύου ενημερώνονται, πρωτοστατούν, οργανώνονται, συνδιαμορφώνουν και τελικά πολλές φορές επιβάλλουν νέα δεδομένα για την καθημερινότητα των πολιτών και από την άλλη οι μη συστηματικοί χρήστες ή ακόμη και εντελώς άφαντοι από τη «συγκοινωνία» του Διαδικτύου, ενεργοί όμως και σε υποδειγματικό βαθμό κατά τα άλλα πολίτες, θέτονται προ τετελεσμένων, αδυνατώντας να κατανοήσουν τα νέα δεδομένα της εποχής και κυρίως το πώς αυτά προέκυψαν.

Ας καταλάβουμε, επιτέλους, όλοι ότι τα κλειστά ή τεμπέλικα πολιτικά γραφεία, τα κατεβασμένα τηλέφωνα ή οι άδειες καρέκλες στα υπουργεία και ο παρεμποδισμός κάθε μορφής φυσικού διαλόγου μεταξύ πολίτη, πολιτείας και των επίσημων εκπροσώπων της, «πυροβολούν» τη Δημοκρατία μας και «οπλίζουν», παρά καθοδηγούν τους νέους μας, σε μια σύγχρονη, πρότυπη στη βάση της ιστορίας της, Δημοκρατία μας.

Η πραγματικότητα είναι εκεί έξω.

Μαρια Θ. Κωνσταντινιδου / Οικονομολόγος – Λογιστής Φοροτέχνης

Μια γενιά χωρίς δουλειά και ελπίδα

Κύριε διευθυντά

Το μέλλον κάθε κοινωνίας είναι η γενιά που έρχεται. Μια γενιά μπορεί να απογειώσει μια χώρα ή να τη βυθίσει στην παρακμή. Η μεταπολεμική γενιά αντιμετώπισε δύσκολες συγκυρίες. Οι νέοι του ’50 ξεκίνησαν τη ζωή τους σε μια κατεστραμμένη χώρα από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, όπου η οικονομική ανέχεια ήταν κυρίαρχη. Χιλιάδες απ’ αυτούς βρήκαν διέξοδο στη μετανάστευση. Η οικονομική κατάσταση της χώρας βελτιώθηκε στη δεκαετία του ’60, οπότε και η Ελλάδα πέτυχε τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης στην Ευρώπη. Η γενιά του Πολυτεχνείου ένιωσε την καταπίεση της δικτατορίας και αγωνίστηκε για περισσότερα δικαιώματα και ελευθερίες.

Οι δύο αυτές γενιές ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας στη μεταπολίτευση. Η πρώτη γενιά έχοντας σύνδρομα ανέχειας δημιούργησε ένα κράτος «πατερούλη», που αναλάμβανε τη συνέχιση λειτουργίας χρεοκοπημένων ιδιωτικών εταιρειών για να μην χάσουν τη δουλειά τους οι εργαζόμενοι και επιδοτούσε κάθε ιδιωτική επενδυτική πρωτοβουλία. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε στρέβλωση στην αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού της χώρας, καθώς υπήρχαν εργαζόμενοι που παρήγαν προϊόντα στα οποία η χώρα δεν ήταν ανταγωνιστική και παράλληλα έμαθαν τους Ελληνες επιχειρηματίες να είναι εξαρτώμενοι από το κράτος, χωρίς εξωστρέφεια και ανάληψη πραγματικού επιχειρηματικού ρίσκου. Με τον τρόπο αυτό ξεκίνησαν την υπερχρέωση της χώρας, καθώς στα 37 χρόνια της μεταπολίτευσης δεν υπάρχει ούτε ένας χρόνος που η Ελλάδα να μην είχε δημοσιονομικό έλλειμμα!

Η γενιά του Πολυτεχνείου έχοντας την αντίληψη ότι το κράτος είναι δυνάστης πέρασε επιτυχώς την αντίληψη ότι είναι αποδεκτό να μην καταβάλλουμε φόρους στο κράτος, διότι δεν μας παρέχει τις υπηρεσίες που θα έπρεπε. Οι Ελληνες στο όνομα των «δικαιωμάτων» τους ανακάλυψαν παραθυράκια φοροδιαφυγής και ο Ελληνας που πλήρωνε φόρους θεωρούνταν ανόητος. Το αποτέλεσμα ήταν μισθωτοί και συνταξιούχοι να καταβάλουν το μεγαλύτερο ποσοστό των φορολογικών εσόδων της χώρας. Αν η μεταπολεμική γενιά συνέβαλε στην αύξηση των δημοσίων δαπανών τότε η γενιά της μεταπολίτευσης ήταν αυτή που συνέβαλε στη μείωση των φορολογικών εσόδων. Η κάθε γενιά λειτούργησε με βάση τα σύνδρομά της σε βάρος όχι μόνο της χώρας, αλλά κυρίως σε βάρος της σημερινής γενιάς. Μιας γενιάς χωρίς δουλειά και ελπίδα, με ανασφάλεια και άγχος.

Η μεταπολεμική γενιά και η γενιά του Πολυτεχνείου εξασφάλισαν απευθείας υπεράριθμες προσλήψεις στο Δημόσιο, σταθερές θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα επιδοτούμενες απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό, υψηλές αμοιβές, αξιοπρεπείς συλλογικές συμβάσεις χωρίς αξιολόγηση αποδοτικότητας, πρόωρες και ικανοποιητικές συντάξεις. Ολα αυτά έγιναν σε βάρος του Δημοσίου, το οποίο υπερχρεώθηκε, υπονομεύοντας με το τεράστιο δημόσιο χρέος τη νέα γενιά.

Η σημερινή γενιά διαθέτει περισσότερες γνώσεις και δεξιότητες από κάθε προηγούμενη. Εχει μεγαλώσει χωρίς να στερηθεί τίποτα και χωρίς να έχει αντιμετωπίσει ανέχεια και ανελευθερία. Εχει ζήσει καλά και είναι εντελώς απροετοίμαστη για τη σκληρή πραγματικότητα της ανεργίας, των ελαστικών σχέσεων απασχόλησης, της ετεροαπασχόλησης και της υπεραπασχόλησης. Μια γενιά χωρίς ελπίδα, με άγχος και ανασφάλεια, μπορεί να σταθεί αντάξια της πρόκλησης της εποχής μας;

Θανασης Ζεκεντες / Οικονομολόγος